Articoli

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ   ΣΟΛΩΜΟΣ

 

 

ΕΘΝΙΚΟΣ , ΕΥΡΩΠΑΙΟΣ , ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ

 

solomo21.gif (20147 bytes)

«κλείσε στην ψυχή σου την Ελλάδα  και θα νιώσεις μέσα σου κάθε είδους μεγαλείο»

Την προσωνυμία «εθνικός ποιητής» έχουν προσλάβει -καταχρηστικά- στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας πάρα πολλοί, καμιά εικοσαριά, πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, ποιητές, από τον Κάλβο, το Βαλαωρίτη, τον Παλαμά, τον Κρυστάλλη, το Σεφέρη, τον Ελύτη και το Βρετάκο. Ο τίτλος όμως του «εθνικού ποιητή» ανήκει, απόλυτα δικαιολογημένα, μόνο στο Σολωμό:

Κατ΄ αρχήν, ο Σολωμός δεν οφείλει τον τίτλο του αυτό άμεσα και αιτιατά στονΎμνο εις την Ελευθερία (1823), που καθιερώθηκε ως «Εθνικός Ύμνος» της Ελλάδας, πολύ αργότερα, στα 1865, δύο χρόνια μετά την ανάρρηση του Γεωργίου του Α.

Πολλοί από τους «εθνικούς ύμνους» των σημερινών Ευρωπαϊκών λαών κατάγονται από το 18ο αιώνα (Αγγλία :1743, Γαλλία: 1792, Πολωνία:1797, Δανία: 1780 κ.α.), αλλά και από το 19ο αιώνα όπως το διαβόητο Η Γερμανία, η Γερμανία πάνω απ΄ όλα (1841) του Hoffman Von Fallerlseben , κανένας όμως από τους ποιητές δεν ξεπέρασε τα όρια της μετριότητας και κανένας δεν ανακηρύχτηκε σ΄ «εθνικό ποιητή» της χώρας του.

Ο Σολωμός έχει ήδη ανακηρυχτεί σ΄ «εθνικό ποιητή» από τον Ι. Πολυλά στα διάσημα «Προλεγόμενα» στην έκδοση των Ευρισκομένων(1859) του μεγάλου φίλου και «δασκάλου» του.

Τι σήμαινε όμως πραγματικά ο τίτλος του «εθνικού ποιητή» στην περίπτωση του Σολωμού είχε ήδη καταφανεί στα 1825, στην πρώτη εκείνη κριτική του Γ. Ψύλλα και τον Ύμνο εις την Ελευθερία, που είχε εκδοθεί το ίδιο αυτό έτος μέσα στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι. Εκεί ο Ψύλλας κάνει για πρώτη φορά λόγο για «εθνική ποίηση», διαγράφοντας, ταυτόχρονα, και την παράδοση της: Κορνάρος, Ρήγας, Χριστόπουλος, δημοτικό τραγούδι-παράδοση, που κορυφώνεται στο Σολωμό.

Ο Σολωμός είναι λοιπόν «εθνικός ποιητής» με την έννοια που έχει η περίφραση αυτή στο α΄ μισό του 19ουαιώνα, ιδιαίτερα για τα μικρότερα έθνη, που αναζητούν την «εθνική» ανεξαρτησία τους, αλλά και για μερικά μεγαλύτερα (Γερμανία, Ιταλία), που επιδιώκουν την εθνική τους ενότητα.

Στην εποχή εκείνη ο όρος «ποίηση» έχει το εύρος του όρου «λογοτεχνία», η «εθνική λογοτεχνία», η «Νationalliteratur», όπως την είχαν πει ήδη από το 1780 οι Γερμανοί, συνοδεύει δηλαδή και εκφράζει την «εθνογένεση», που συνοδεύει την ανοδική πορεία της (πρώτο)αστικής τάξης προς την κρατική της αποκατάσταση στα όρια του «εθνικού κράτος».

Πραγματικά, αυτόν ακριβώς τον ρόλο για το Σολωμό είχε προδιαγράψει ο Σπ. Τρικούπης, όταν τον προσηλύτιζε (τέλη του 1822/αρχές το1823) στην «εθνική υπόθεση»: προορισμός του Σολωμού ήταν «να βγει θεμελιωτής νέας φιλολογίας(φιλοσοφίας) στην Ελλάδα».

Ο Σολωμός είναι δηλαδή «ομόλογος» των συγχρόνων του εκείνων ευρωπαίων ποιητών(λογοτεχνών) το α’ μισού του 19ου αιώνα, που το έργο τους αποτελεί ένα ορόσημο και μιαν αφετηρία για τη δημιουργία μιας νεότερης, αστικοεθνικής και με την έννοια αυτή «ρομαντικής», λογοτεχνίας στις χώρες τους, όπως ο Foscolo, και ο Μanzoni στην Ιταλία, ο Puskin στη Ρωσία, ο Mickiewicz στην Πολωνία, ο Petofi στην Ουγγαρία και ο Oelenschlager στη Δανία.

Ο Σολωμός είναι έπειτα ποιητής ευρωπαίος - αλλά και πάλι με μίαν ορισμένη σημασία: Ο «όρος» και η έννοια «Ευρώπη» δεν περνάει ούτε μια φορά στα γραπτά του Σολωμού, η Ευρώπη δεν αποτελεί στοιχείο της ιδεολογίας του, σε αντίθεση με μερικούς συντηρητικούς ουτοπιστές της εποχής του, στους οποίους το όραμα μιας «Ενωμένης Ευρώπης» προκαταλαμβάνεται αρκετά πρώιμα, υπό την επίδραση του ναπολεόντειου επεκτατισμού, είτε πάνω σε θρησκευτική βάση, όπως στο Γερμανό ποιητή Novalis(Χριστιανισμός ή Ευρώπη1799), είτε πάνω σε βάση οικονομική(καπιταλιστική ανάπτυξη) και πολιτική (μοναρχικό πολίτευμα), όπως στο Γάλλο ουτοπιστή Saint-Simon(Για αναδιοργάνωση της ευρωπαϊκής κοινωνίας, 1814).

Ο Σολωμός είναι ποιητής ευρωπαίος: α) ως ευρωπαίος πολίτης. Στην παρατήρηση του Βάρναλη (1825) ότι το ο Σολωμός ως στα 17 του χρόνια(1798-1815) ήταν γάλλος πολίτης, πρέπει να προσθέσουμε ότι στα υπόλοιπα 42 χρόνια της ζωής του(1815-1857) ο Σολωμός υπήρξε άγγλος πολίτης’ δεν πάτησε ποτέ το πόδι σ΄ ελλαδικό έδαφος, ακριβώς όπως λ.χ. δύο άλλοι διακεκριμένοι συμπατριώτες του, ο Κοραής και ο Κάλβος, β) ως προς τον πολιτισμό και την παιδεία του: ο Σολωμός ήταν ένας «λόγιος» ποιητής με ιταλική, σχολική και ανώτερη παιδεία και «δυτικά» πολιτισμικά στοιχεία, όπως ομολογούσε ο ίδιος όψιμα(Το Ελληνικό καραβάκι,1850-1στην Ιταλία), όπου «βάρβαρος είχα φθάσει και πια δεν είμαι».

Η πρόσληψη εκ μέρους του και άλλων ευρωπαϊκών πολιτισμικών στοιχείων, γαλλικών, αγγλικών, γερμανικών έγινε δυνατή μέσα από τον Ιταλικό πολιτισμικό δίαυλο, γ) ως προς την ουσία και το βεληνεκές του ωριμότερου έργου του ‘ ο Σολωμός είναι σύγχρονος και ισότιμος με τους κορυφαίους εκπροσώπους του ευρωπαϊκού Ρομαντισμού, αλλά και πρωτοπόρος σε ορισμένα «επιτεύγματα» του, όπως η εφεύρεση του πεζού ποιήματος( Η Γυναίκα της Ζάκυνθος 1826/29/33).

Ο Σολωμός είναι τέλος ποιητής οικουμενικός: Ο Σολωμός στην κερκυραϊκή του ωριμότητα(1829/57), περνάει, όπως μερικοί σύγχρονοι του ρομαντικοί ουτοπιστές, από την ιδέα του «Έθνους» στην ιδέα της «Ανθρωπότητας» και της «Οικουμένης». Η μετάβαση αυτή επιβεβαιώνεται από τα εξής τεκμήρια:

α) Η γνωστή ρήση του Σολωμού: «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό

ό,τι είναι αληθινό» αντιστρέφει, κατάδηλα, την ιδεολογία του συγχρόνου του και συγχρόνου μας εθνικισμού: ηαλήθεια προέχει του - προκατασκευασμένου

- «εθνικού συμφέροντος».

β) Στην επίσης μαρτυρημένη προτροπή του ώριμου Σολωμού(γύρω στα 1834): «κλείσε στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα νιώσεις μέσα σου κάθε είδους μεγαλείο» ο ποιητής θα προσθέσει, δέκα περίπου χρόνια αργότερα, μετά τη λέξη Ελλάδα τις λέξεις: « ο altra cosa»( «ή κάποιο άλλο πράγμα») που σημαίνει ότι η έννοια «πατρίδα» («Ελλάδα») σχετικοποιείται και μετουσιώνεται σε μια και μόνο από τις «μεγάλες ιδέες» (ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη) με τις οποίες ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει κάθε «είδους μεγαλείο».

γ) Η εθνική, πολιτική και μάλιστα προσωποποιημένη, Ελευθερία της επαναστατημένης νιότης του (Ύμνος εις την Ελευθερία,1823), μεταμορφώνεται τώρα, στην ωριμότητά του (Ελεύθεροι Πολιορκιμένοι,1834-1851), σε μιαν υπαρξιακή και πανανθρώπινη ελευθερία, που «κατακτάται» με εσωτερικό αγώνα, με την υπερνίκηση των εξωτερικών (φυσικών) και εσωτερικών (ηθικών) εμποδίων.

δ) Ο Σολωμός φαίνεται σαν να διαδηλώνει ο ίδιος αυτόν τον ώριμο προσηλυτισμό του σ΄ ένα «στοχασμό» του στους ελεύθερους πολιορκημένους: «Πρέπει να κάνεις ώστε ο μικρός κύκλος, μέσα στον οποίο κινείται το κάστρο(=Μεσολόγγι), να φανερώνει στο βάθος ή μάλλον στην ατμόσφαιρά του τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδας για την υλική θέση, [...] και για την ηθική θέση τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητας. Δες τον Προμηθέα και εν γένει τα έργα του Αισχύλου».

Ας επισημάνω εν κατακλείδι, ότι ο αισχύλειος Προμηθέας συμβολίζει στο Σολωμό, όπως και στους σύγχρονούς του ευρωπαίους ρομαντικούς (Shelley,Προμηθέας λυόμενος,1820), τον αντίθεο εκείνο αγωνιστή, που μετά τη νίκη του ενάντια στη τυραννία του Δία φέρνει στους ανθρώπους την Ουτοπία ενός νέου, επίγειου, Παραδείσου.

(Από το ΒΗΜΑ, Νέες Εποχές.10/05/98, Γ. Βελουδής)

Ὀδυσσέας Ἐλύτης - Ποιήματα

 

Ὀδυσσέας Ἐλύτης - Ποιήματα



Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά

Μ᾿ ἕνα τίποτα ἔζησα
Μονάχα οἱ λέξεις δὲ μοῦ ἀρκούσανε
Σ᾿ ἑνὸς περάσματος ἀέρα
ξεγνέθοντας ἀπόκοσμη φωνὴ τ᾿ αὐτιά μου
φχιὰ
φχιοὺ φχιού
ἐσκαρφίστηκα τὰ μύρια ὅσα
Τί γυαλόπετρες φοῦχτες
τί καλάθια φρέσκες μέλισσες καὶ σταμνιὰ φουσκωτὰ ὅπου
ἄκουγες βββ νὰ σοῦ βροντάει ὁ αἰχμάλωτος ἀέρας.

Κάτι 
Κάτι δαιμονικὸ μὰ ποὺ νὰ πιάνεται σὰν σὲ δίχτυ στὸ σχῆμα τοῦ Ἀρχαγγέλου
Παραλαλοῦσα κι ἔτρεχα
Ἔφτασα κι ἀποτύπωνα τὰ κύματα στὴν ἀκοὴ ἀπ᾿ τὴ γλώσσα

- Ἔ καβάκια μαῦρα, φώναζα, κι ἐσεῖς γαλάζια δέντρα τί ξέρετε ἀπὸ μένα;
- Θόη θόη θμός 
- Ἔ; Τί; 
- Ἀρίηω ἠθύμως θμὸς 
- Δὲν ἄκουσα τί πράγμα; 
- Θμὸς θμὸς ἄδυσος

Ὥσπου τέλος ἔνιωσα
κι ἂς πᾶ᾿ νὰ μ᾿ ἔλεγαν τρελὸ
πῶς ἀπό ῾να τίποτα γίνεται ὁ Παράδεισος.


Ὁ μικρὸς Ναυτίλος

Ὅτι μπόρεσα ν᾿ ἀποχτήσω μία ζωὴ ἀπὸ πράξεις ὁρατὲς γιὰ ὅλους, ἑπομένως νὰ κερδίσω τὴν ἴδια μου διαφάνεια, τὸ χρωστῶ σ᾿ ἕνα εἶδος εἰδικοῦ θάρρους ποὺ μοῦ ῾δωκεν ἡ Ποίηση: νὰ γίνομαι ἄνεμος γιὰ τὸ χαρταετὸ καὶ χαρταετὸς γιὰ τὸν ἄνεμο, ἀκόμη καὶ ὅταν οὐρανὸς δὲν ὑπάρχει.

Δὲν παίζω μὲ τὰ λόγια. Μιλῶ γιὰ τὴν κίνηση ποὺ ἀνακαλύπτει κανεὶς νὰ σημειώνεται μέσα στὴ «στιγμή» ὅταν καταφέρει νὰ τὴν ἀνοίξει καὶ νὰ τῆς δώσει διάρκεια. Ὁπόταν, πραγματικά, καὶ ἡ Θλίψις γίνεται Χάρις καὶ ἡ Χάρις Ἄγγελος· ἡ Εὐτυχία Μοναχὴ καὶ ἡ Μοναχὴ Εὐτυχία.

μὲ λευκές, μακριὲς πτυχὲς πάνω ἀπὸ τὸ κενὸ ἕνα κενὸ γεμάτο σταγόνες πουλιῶν, αὖρες βασιλικοῦ καὶ συριγμοὺς ὑπόκωφου Παραδείσου.


Τὸ παράπονο (ἀπόσπασμα)

Ἀναρωτιέμαι μερικὲς φορές: εἶμαι ἐγὼ ποὺ σκέφτομαι καθημερινὰ πὼς ἡ ζωή μου εἶναι μία; Ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι τὸ ξεχνοῦν; Ἢ πιστεύουν πὼς θὰ ἔχουν κι ἄλλες, πολλὲς ζωές, γιὰ νὰ κερδίσουν τὸν χρόνο ποὺ σπαταλοῦν;

Μοῦτρα. Ν᾿ ἀντικρίζεις τὴ ζωὴ μὲ μοῦτρα. Τὴ μέρα, τὴν κάθε σου μέρα. Νὰ περιμένεις τὴν Παρασκευὴ ποὺ θὰ φέρει τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ γιὰ νὰ ζήσεις. Κι ὕστερα νὰ μὴ φτάνει οὔτε κι αὐτό, νὰ χρειάζεται νὰ περιμένεις τὶς διακοπές. Καὶ μετὰ οὔτε κι αὐτὲς νὰ εἶναι ἀρκετές. Νὰ περιμένεις μεγάλες στιγμές. Νὰ μὴν τὶς ἐπιδιώκεις, νὰ τὶς περιμένεις.

Κι ὕστερα νὰ λὲς πὼς εἶσαι ἄτυχος καὶ πὼς ἡ ζωὴ ἦταν ἄδικη μαζί σου.

Καὶ νὰ μὴ βλέπεις πὼς ἀκριβῶς δίπλα σου συμβαίνουν ἀληθινὲς δυστυχίες ποὺ ἡ ζωὴ κλήρωσε σὲ ἄλλους ἀνθρώπους. Σ᾿ ἐκείνους ποὺ δὲν τὸ βάζουν κάτω καὶ ἀγωνίζονται. Καὶ νὰ μὴν μαθαίνεις ἀπὸ τὸ μάθημά τους. Καὶ νὰ μὴ νιώθεις καμία φορὰ εὐλογημένος ποὺ μπορεῖς νὰ χαίρεσαι τρία πράγματα στὴ ζωή σου, τὴν καλὴ ὑγεία, δύο φίλους, μιὰ ἀγάπη, μιὰ δουλειά, μιὰ δραστηριότητα ποὺ σὲ κάνει νὰ αἰσθάνεσαι ὅτι δημιουργεῖς, ὅτι ἔχει λόγο ἡ ὕπαρξή σου.

Νὰ κλαίγεσαι ποὺ δὲν ἔχεις πολλά. Ποὺ κι ἂν τὰ εἶχες, θὰ ἤθελες περισσότερα. Νὰ πιστεύεις ὅτι τὰ ξέρεις ὅλα καὶ νὰ μὴν ἀκοῦς. Νὰ μαζεύεις λύπες καὶ ἀπελπισίες, νὰ ξυπνᾶς κάθε μέρα ἀκόμη πιὸ βαρύς. Λὲς καὶ ὁ χρόνος σου εἶναι ἀπεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθῶ νὰ μπῶ στὴ θέση σου. Κάθε μέρα ἀποτυγχάνω. Γιατὶ ἀγαπάω ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὴ ζωή. Καὶ ποὺ ἡ λύπη τους εἶναι ἡ δύναμή τους. Ποὺ κοιτάζουν μὲ μάτια ἄδολα καὶ ἀθῷα, ἀκόμα κι ἂν πέρασε ὁ χρόνος ἀδυσώπητος ἀπὸ πάνω τους. Ποὺ γνωρίζουν ὅτι δὲν τὰ ξέρουν ὅλα, γιατὶ δὲν μαθαίνονται ὅλα.

Ποὺ στύβουν τὸ λίγο καὶ βγάζουν τὸ πολύ. Γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους καὶ γιὰ ὅσους ἀγαποῦν. Καὶ δὲν κουράζονται νὰ ἀναζητοῦν τὴν ὀμορφιὰ στὴν κάθε μέρα, στὰ χαμόγελα τῶν ἀνθρώπων, στὰ χάδια τῶν ζώων, σὲ μιὰ ἀσπρόμαυρη φωτογραφία, σὲ μιὰ πολύχρωμη μπουγάδα.

Ὅσο κι ἂν κανεὶς προσέχει
ὅσο κι ἂν τὸ κυνηγᾶ
πάντα, πάντα θά ῾ναι ἀργά,
δεύτερη ζωὴ δὲν ἔχει.


Σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ

Ὢ σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ γυμνὸ καμένο
Φαγωμένο ἀπὸ τὸ λάδι κι ἀπὸ τὸ ἀλάτι 
Σῶμα τοῦ βράχου καὶ ῥῖγος τῆς καρδιᾶς 
Μεγάλο ἀνέμισμα τῆς κόμης λυγαριᾶς 
Ἄχνα βασιλικοῦ πάνω ἀπὸ τὸ σγουρὸ ἐφηβαῖο 
Γεμᾶτο ἀστράκια καὶ πευκοβελόνες 
Σῶμα βαθὺ πλεούμενο τῆς μέρας!


Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης

Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.

Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.

Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου
Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια
Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ - τί γύρευα
Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα
Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;
Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου
τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα
Ἦταν ἡ ὀδύνη

Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη
φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.
Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία
Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.
Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες - Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες
Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια
Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ
χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.

Σ᾿ ἄφησα τότες
Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια
Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω
Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.
Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό
Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει
Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας
Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.

(Προσανατολισμοί) ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

 http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/odysseas_elytis_poems.htm

Ιθάκη - ITAKA

Ιθάκη

ITAKA

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,

να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,

γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,

τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,

αν μεν' η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή

συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,

αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,

αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.

Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι

που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά

θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,

να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,

και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,

σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους,

και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,

όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,

σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,

να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.

Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου.

Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.

Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει

και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,

πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,

μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ'έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.

Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.

Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.

Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,

ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

 

Quando ti metterai in viaggio per Itaca 
devi augurarti che la strada sia lunga, 
fertile in avventure e in esperienze. 
I Lestrigoni e i Ciclopi 
o la furia di Nettuno non temere, 
non sarà questo il genere di incontri 
se il pensiero resta alto e un sentimento 
fermo guida il tuo spirito e il tuo corpo. 
In Ciclopi e Lestrigoni, no certo, 
nè nell’irato Nettuno incapperai 
se non li porti dentro 
se l’anima non te li mette contro.
Devi augurarti che la strada sia lunga. 
Che i mattini d’estate siano tanti 
quando nei porti - finalmente e con che gioia - 
toccherai terra tu per la prima volta: 
negli empori fenici indugia e acquista 
madreperle coralli ebano e ambre 
tutta merce fina, anche profumi 
penetranti d’ogni sorta; più profumi inebrianti che puoi, 
va in molte città egizie 
impara una quantità di cose dai dotti.
Sempre devi avere in mente Itaca - 
raggiungerla sia il pensiero costante. 
Soprattutto, non affrettare il viaggio; 
fa che duri a lungo, per anni, e che da vecchio 
metta piede sull’isola, tu, ricco 
dei tesori accumulati per strada 
senza aspettarti ricchezze da Itaca. 
Itaca ti ha dato il bel viaggio, 
senza di lei mai ti saresti messo 
sulla strada: che cos’altro ti aspetti?
E se la trovi povera, non per questo Itaca ti avrà deluso. 
Fatto ormai savio, con tutta la tua esperienza addosso 
già tu avrai capito ciò che Itaca vuole significare.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Costantino Kavafis

 

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης - Ποιήματα

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης - Ποιήματα

Ακολουθεί η πλήρης λίστα των ποιημάτων του Κ.Π. Καβάφη στα ελληνικά (154 αναγνωρισμένα, 75 ανέκδοτα, 27 αποκηρυγμένα). Μπορείτε, πλέον, να διαβάσετε ΟΛΑ τα ποιήματα. 
Τα ποιήματα διακρίνονται σε ομάδες με χρονολογικά κριτήρια.
Για την ανάλυση ιστορικών και μυθολογικών προσώπων στα ποιήματα μπορείτε να κάνετε κλικ εδώ.


1896-1904

[DOT][1897] Τείχη
[DOT][1897] Ενας γέρος
[DOT][1897] Τα άλογα του Αχιλλέως
[DOT][1898] Δέησις
[DOT][1898] Η κηδεία του Σαρπηδόνος
[DOT][1899] Κεριά
[DOT][1899] Το πρώτο σκαλί
[DOT][1901] Che fece .... il gran rifiuto
[DOT][1901] Η ψυχές των γερόντων
[DOT][1901] Διακοπή
[DOT][1903] Τα παράθυρα
[DOT][1903] Θερμοπύλες
[DOT][1904] Απιστία
[DOT][1904] Περιμένοντας τους Βαρβάρους
[DOT][1904] Φωνές
[DOT][1904] Επιθυμίες

[BAR]

1905-1915

[DOT][1905] Τρώες
[DOT][1906] Ο Βασιλεύς Δημήτριος
[DOT][1907] Η Συνοδεία του Διονύσου
[DOT][1908] Μονοτονία
[DOT][1909] Ούτος Εκείνος
[DOT][1909] Τα βήματα
[DOT][1910] Η Πόλις
[DOT][1910] Η Σατραπεία
[DOT][1911] Μάρτιαι Ειδοί
[DOT][1911] Τελειωμένα
[DOT][1911] Τυανεύς Γλύπτης
[DOT][1911] Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον
[DOT][1911] Ιωνικόν
[DOT][1911] Η Δόξα των Πτολεμαίων
[DOT][1911] Ιθάκη
[DOT][1911] Τα επικίνδυνα
[DOT][1912] Φιλέλλην
[DOT][1912] Ηρώδης Αττικός
[DOT][1912] Αλεξανδρινοί Βασιλείς
[DOT][1912] Επέστρεφε
[DOT][1912] Στην εκκλησία
[DOT][1913] Πολύ σπανίως
[DOT][1913] Οσο μπορείς
[DOT][1913] Του μαγαζιού
[DOT][1913] Επήγα
[DOT][1914] Λυσίου γραμματικού τάφος
[DOT][1914] Ευρίωνος τάφος
[DOT][1914] Πολυέλαιος
[DOT][1914] Μακρυά
[DOT][1915] Σοφοί δε προσιόντων
[DOT][1915] Ο Θεόδοτος
[DOT][1915] Στου καφενείου την είσοδο
[DOT][1915] Ομνύει
[DOT][1915] Μια νύχτα
[DOT][1915] Θάλασσα του πρωϊού
[DOT][1915] Ζωγραφισμένα
[DOT][1915] Οροφέρνης
[DOT][1915] Η Μάχη της Μαγνησίας
[DOT][1915] Μανουήλ Κομνηνός
[DOT][1915] Η δυσαρέσκεια του Σελευκίδου

[BAR]

1916-1918

[DOT][1916] Οταν διεγείρονται
[DOT][1916] Εν τη οδώ
[DOT][1916] Ενώπιον του αγάλματος του Ενδυμίωνος
[DOT][1917] Εν πόλει της Οσροηνής
[DOT][1917] Πέρασμα
[DOT][1917] Για τον Αμμόνη, που πέθανε 29 ετών, στα 610
[DOT][1917] Ένας Θεός των
[DOT][1917] Εν εσπέρα
[DOT][1917] Ηδονή
[DOT][1917] Γκρίζα
[DOT][1917] Ιασή Τάφος
[DOT][1917] Εν Τω Μηνί Αθύρ
[DOT][1917] Ετσι πολύ ατένισα
[DOT][1917] Ιγνατίου τάφος
[DOT][1917] Μέρες του 1903
[DOT][1917] Η προθήκη του καπνοπωλείου
[DOT][1918] Καισαρίων
[DOT][1918] Θυμήσου, σώμα...
[DOT][1918] Λάνη τάφος
[DOT][1918] Νόησις
[DOT][1918] Η διορία του Νέρωνος
[DOT][1918] Πρέσβεις απ' την Αλεξάνδρεια
[DOT][1918] Αριστόβουλος
[DOT][1918] Εις το επίνειον
[DOT][1918] Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς, 628-655 μ.Χ.
[DOT][1918] Απ'τες εννιά
[DOT][1918] Κάτω απ΄το σπίτι
[DOT][1918] Το διπλανό τραπέζι

[BAR]

1919-1933

[DOT][1919] Ο ήλιος του απογεύματος
[DOT][1919] Ίμενος
[DOT][1919] Των Εβραίων (50 μ.Χ.)
[DOT][1919] Να μείνει
[DOT][1919] Δημητρίου Σωτήρος (162-150 π.Χ.)
[DOT][1919] Του Πλοίου
[DOT][1920] Είγε Ετελεύτα
[DOT][1920] Νέοι της Σιδώνος (400 μ.Χ.)
[DOT][1920] Για Νάρθουν-
[DOT][1920] Ο Δαρείος
[DOT][1920] Αννα Κομνηνή
[DOT][1921] Βυζαντινός Άρχων, Εξόριστος, Στιχουργών
[DOT][1921] Η Αρχή των
[DOT][1921] Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα
[DOT][1921] Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.
[DOT][1921] Ο Δημάρατος 
[DOT][1921] Εκόμισα εις την Τέχνη
[DOT][1921] Από την σχολήν του περιωνύμου φιλοσόφου 
[DOT][1921] Τεχνουργός Κρατήρων
[DOT][1922] Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες
[DOT][1922] Προς τον Αντίοχον Επιφανή 
[DOT][1922] Σ' ένα βιβλίο παλιό-
[DOT][1923] Εν απογνώσει 
[DOT][1923] Ο Ιουλιανός, ορών ολιγωρίαν 
[DOT][1923] Επιτύμβιον Αντιόχου, βασιλέως Κομμαγηνής 
[DOT][1923] Θέατρον της Σιδώνος (400 μ.Χ.) 
[DOT][1924] Ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία 
[DOT][1924] Πριν τους αλλάξει ο Χρόνος 
[DOT][1924] Ηλθε για να διαβάσει
[DOT][1924] Το 31 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια 
[DOT][1924] Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπερισχύει 
[DOT][1925] Τέμεθος, Αντιοχεύς· 400 μ.Χ. 
[DOT][1925] Από υαλί χρωματιστό 
[DOT][1925] Το 25ον έτος του βίου του
[DOT][1925] Εις Ιταλικήν παραλίαν
[DOT][1925] Στο πληκτικό χωριό
[DOT][1925] Απολλώνιος ο Τυανεύς εν Ρόδω 
[DOT][1926] Η αρρώστια του Κλείτου
[DOT][1926] Εν δήμω της Μικράς Ασίας
[DOT][1926] Ιερεύς του Σεραπίου
[DOT][1926] Μέσα στα καπηλειά 
[DOT][1926] Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών
[DOT][1926] Σοφιστής απερχόμενος εκ Συρίας 
[DOT][1926] Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς
[DOT][1927] Αννα Δαλασσηνή
[DOT][1927] Μέρες του 1896 
[DOT][1927] Δύο νέοι, 23 έως 24 ετών
[DOT][1927] Παλαιόθεν Ελληνίς 
[DOT][1927] Μέρες του 1901
[DOT][1928] Ουκ έγνως
[DOT][1928] Ένας νέος, της Τέχνης του Λόγου - στο 24ον έτος του
[DOT][1928] Εν Σπάρτη
[DOT][1928] Εικών εικοσιτριετούς νέου καμωμένη από φίλον του ομήλικα, ερασιτέχνην 
[DOT][1928] Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.
[DOT][1928] Ηγεμών εκ δυτικής Λιβύης
[DOT][1928] Κίμων Λεάρχου, 22 ετών, σπουδαστής Ελληνικών γραμμάτων (εν Κυρήνη)
[DOT][1928] Εν πορεία προς την Σινώπην
[DOT][1928] Μέρες του 1909, '10, και '11 
[DOT][1929] Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.
[DOT][1929] Αλέξανδρος Ιανναίος, και Αλεξάνδρα
[DOT][1929] Ωραία λουλούδια και άσπρα ως ταίριαζαν πολύ
[DOT][1929] Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων
[DOT][1929] Στον ίδιο χώρο
[DOT][1930] Ο καθρέπτης στην είσοδο
[DOT][1930] Ρωτούσε για την ποιότητα 
[DOT][1930] Ας φρόντιζαν
[DOT][1931] Κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων
[DOT][1931] Στα 200 π.Χ.
[DOT][1932] Μέρες του 1908
[DOT][1933] Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας

[BAR]

Τα Ανέκδοτα (1877;-1923)

[DOT][1877;] [More happy thou, performing Member]
[DOT][1882] Leaving Therapia
[DOT][1882;] Darkness and Shadows
[DOT][1884;] Αν μ' Ηγάπας
[DOT][1884;] Προς τας Κυρίας
[DOT][1884;] Ο Βεϊζαδές προς την Ερωμένην του
[DOT][1884] [Dunya Guzeli]
[DOT][1885] Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα...
[DOT][1885] Το Νιχώρι
[DOT][1891] Αλληλουχία κατά τον Βωδελαίρον
[DOT][1892] [Η Κόρη του Μενκερά]
[DOT][1892] «Nous n'osons plus chanter les roses»
[DOT][1892] Ινδική Εικών
[DOT][1892] Πελασγική Εικών
[DOT][1892] Το Μετέπειτα
[DOT][1892] Οι Μιμίαμβοι του Ηρώδου
[DOT][1892] Κυανοί Οφθαλμοί
[DOT][1893] [Οι Τέσσαρες Τοίχοι της Κάμαράς μου]
[DOT][1893] Έμπορος Αλεξανδρεύς
[DOT][1893] Λαγίδου Φιλοξενία
[DOT][1893] Εν τω Κοιμητηρίω
[DOT][1893] Πριάμου Νυκτοπορία
[DOT][1893] Επιτάφιον
[DOT][1893] Θεατής Δυσαρεστημένος
[DOT][1894] Όποιος Απέτυχε
[DOT][1894] Το Πιόνι
[DOT][1894] Τρόμος
[DOT][1894] Στο Σπίτι της Ψυχής
[DOT][1894] [Βροχή]
[DOT][1895] [La Jeunesse Blanche]
[DOT][1895] Γνωρίσματα
[DOT][1895] Αιωνιότης
[DOT][1896] Σύγχυσις
[DOT][1896] Λήθη
[DOT][1896] Σαλώμη
[DOT][1896] Χαλδαϊκή Εικών
[DOT][1896] Ο Ιουλιανός εν τοις Μυστηρίοις
[DOT][1897] Η Τράπεζα του Μέλλοντος
[DOT][1897] [Αδύνατα]
[DOT][1897] Πρόσθεσις
[DOT][1897] Ανθοδέσμαι
[DOT][1898] Λοεγκρίν
[DOT][1898] Η Υποψία
[DOT][1899;] Στρατηγού Θάνατος
[DOT][1899] Η Επέμβασις των Θεών
[DOT][1899] Ο Βασιλεύς Κλαύδιος
[DOT][1899] Η Ναυμαχία
[DOT][1900] Όταν ο Φύλαξ είδε το Φως
[DOT][1900] Οι Εχθροί
[DOT][1903] Τεχνητά Άνθη
[DOT][1903;] Θεόφιλος Παλαιολόγος
[DOT][1903;] Δυνάμωσις
[DOT][1904] Ο Σεπτέμβρης του 1903
[DOT][1904] Ο Δεκέμβρης του 1903
[DOT][1904] Ο Γεννάρης του 1904
[DOT][1904] Σταις Σκάλαις
[DOT][1904] Στο Θέατρο
[DOT][1906] Ποσειδωνιάται
[DOT][1907] Το Τέλος του Αντωνίου
[DOT][1908] 27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.
[DOT][1908] Κρυμμένα
[DOT][1911] Έρωτος Άκουσμα
[DOT][1913] «Τα δ' άλλα εν Άδου τοις κάτω μυθήσομαι»
[DOT][1913] Έτσι
[DOT][1914] Επάνοδος από την Ελλάδα
[DOT][1914] Φυγάδες
[DOT][1915] Κι ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των
[DOT][1917] Μισή Ώρα
[DOT][1917] Σπίτι με Κήπον
[DOT][1917] Μεγάλη Εορτή στου Σωσιβίου
[DOT][1917] Συμεών
[DOT][1919] Ο Δεμένος Ώμος
[DOT][1920] Νομίσματα
[DOT][1921] Πάρθεν
[DOT][1923] Απ'το Συρτάρι

[BAR]

Τα Αποκηρυγμένα (1886-1898)

[DOT][1886] Βακχικόν
[DOT][1886] Ο Ποιητής και η Μούσα
[DOT][1891] Κτίσται
[DOT][1892] Λόγος και Σιγή
[DOT][1892] Σαμ ελ Νεσίμ
[DOT][1892] Αοιδός
[DOT][1893] Vulnerant Omnes, Ultima Necat
[DOT][1893] Καλός και Κακός Καιρός
[DOT][1894] Τιμόλαος ο Συρακούσιος
[DOT][1894] Η Ψήφος της Αθηνάς
[DOT][1894] Το Καλαμάρι
[DOT][1894] Φωναί Γλυκείαι
[DOT][1895] Ελεγεία των Λουλουδιών
[DOT][1895] Ώραι Μελαγχολίας
[DOT][1896] Ο Οιδίπους
[DOT][1896] Ωδή και Ελεγεία των Οδών
[DOT][1896] Πλησίον Παραθύρου Ανοικτού
[DOT][1896] Ένας Έρως
[DOT][1896] Μνήμη
[DOT][1897] Ο Θάνατος του Αυτοκράτορος Τακίτου
[DOT][1897] Τα Δάκρυα των Αδελφών του Φαέθοντος 
[DOT][1897] Τα Βήματα των Ευμενίδων
[DOT][1897] Η Αρχαία Τραγωδία
[DOT][1897] Ο Οράτιος εν Αθήναις
[DOT][1898] Φωνή απ' την Θάλασσα
[DOT][1898] Οι Ταραντίνοι Διασκεδάζουν
[DOT][1898] Η Κηδεία του Σαρπηδόνος

[BAR]
http://cavafis.compupress.gr/index3.htm

Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη - Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Χριστουγεννιάτικα διηγήματα:

 

Ψηφιακή έκδοση: 24grammata.com

 

Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη - Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη:

 

Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί,

εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα

του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την

κυρά-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον

οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα

"κατώτερα στρώματα", πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω

Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!

Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωμίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι

γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα,

κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ' έβλεπέ τις, πρωί και

βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμένοι γυναίκες, φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την

πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε

ορύζιον ή ζάχαρις.

'Ηρχετο πολλάκις της ημέρας η γριά - Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, ήτις δεν είχε

προλήψεις κι έπινε φανερά το ρούμι της. Ήρχετο και η κυρά-Κώσταινα η Κλησάρισσα, ήτις

εβοηθούσε το κατά δύναμιν εις την εκκλησίανμ ισταμένη πλησίον του μανουαλίου, δια να κολλά τα κεριά, και όσας πεντάρας έπαιρνε την Κυριακήν, όλας τας έπινε, μετ' ευσυνειδήτου ακριβείας, τηνΔευτέραν, Τρίτην και Τετάρτην.

Ήρχετο κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, οπού εφώναζεν εις την αυλόπορταν, εις τον

δρόμον και εις το καπηλείον όλα τα μυστικά της, δηλ. τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών

έμενον εις την αυλήν, μέρος δε έπιπτον εις το καπηλείον, και τα περισσότερα εχύνοντο εις τον

δρόμον, κι εξενομάτιζε τον κόσμον, ποία νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποίος __________οφειλέτης

της χρεωστεί τον τόκον, ποία γειτόνισσα της επήρεν ένα είδος, δανεικόν κι αγύριστον.

Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκορράφτης της εχρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο

Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχεν, εξ. Η Λενιώ, η κουμπάρα της, της πέρασε δευτέραν

υποθήκην με δόλον εις το σπίτι, και τώρα ήτον ανάγκη να τρέχη εις δικηγόρους και

συμβολαιογράφους, δια να εξασφαλίση τα δίκαιά της. Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτον

άνδρα της, της είχεν αφήσει ένα αμανάτι δια να την δανείση δέκα δραχμάς, και τώρα, ακτά την

εκτίμησιν δύο χρυσοχόων, απεδείχθη, ότι το ασημικόν ήτο κάλπικον και δεν ήξιζεν ούτε όσα ήξιζαν τα δύο φυσέκια με τες σκουριασμένες μπακίρες - που, αφού, κατά την συνήθειάν της (αυτό δεν το έλεγεν, αλλά ήτο γνωστόν), έβγαλεν έξω το γερο-Στρατήν, τον άνδρα της, την κόρην της, την Μαργαρίταν και την εγγονήν της, την Λενούλαν, ήνοιξε την κρύπτην, απέθεσεν εκεί το ενέχυρον, έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα ενεχείρισε με τρόπον, οπού εσήμαινε να τα δώση και να μην τα δώση, κι εφαίνετο ως να εκολλούσαν τα χέρια της, εις την πτωχήν την Κατίναν.

Η Ασημίνα, η παλαιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρα το επάγγελμα, όταν εξεκουμπίσθη κι έφυγε,

της εχρωστούσε τρία μηνιάτικα και εννέα ημέρας. Και τα μεν έπιπλα, οπού έπρεπε κατά δίκαιον

τρόπον να τα εκχωρήση εις την σπιτονοικοκυράν, τα παρέδωκεν εις τον κούκον της, τον τελευταίον

αγαπητικόν της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ... Και εις αυτήν δεν έδωκεν

άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτόν εκεί, λιγδιασμένον, και της είπε μυστηριωδώς, ότι αυτό

περιείχε Τίμιον Ξύλον... Σαν εκγρεμοτσακίσθη και έφυγε, το ανοίγει και αυτή εκ περιεργείας, και

αντί Τιμίου Ξύλου, τί βλέπει;... κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάματα, μαγικά,

χαμένα πράματα... Τ' ακούτε σεις αυτά;

Εισήλθε, ριγών, ο μαστρο-Παυλάκης και εζήτησεν ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλείου, οπού τον

ήξευρε καλά, του είπε

-Έχεις πεντάρα;

Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους με τρόπον διφορούμενον.

-Βάλε συ το ρούμι, είπεν.

Πως να έχει πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα,

όλα καλά. Καλλίτερον απ' όλα η ραστώνη, το ντόλστσε φαρ νιένττε των αδελφών Ιταλών. Αν εις

αυτόν ανετίθετο να συντάξη τον κανονισμόν της εβδομάδος, θα ώριζε την Κυριακήν δια σχόλην,

την Δευτέραν δια χουζούρι, την Τρίτην δια σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι

εργασίαν, και το Σάββατον δια ξεκούρασμα. Ποιός λέει, ότι αι εορταί είναι πάρα πολλαί δια τους

ορθοδόξους Έλληνας, και αι εργάσιμοι είναι πολύ ολίγαι; Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έκαμαν ποτέ

σωματικήν εργασίαν και ηξεύρουν μόνον δια τους άλλους να θεσμοθετούν.

Ακριβώς την ώραν ταύτην ήλθεν απ' αντικρύ ο Δημήτρης ο φραγκορράφτης, δια να πίη το πρωινόν

του. Μόνην παρηγορίαν είχε, να κάμνη αυτά τα συχνά ραξιδάκια, καθώς τα ωνόμαζε. Διέκοπτεν επί πέντε λεπτά την εργασίαν του, δέκα φοράς την ημέραν, και ήρχετο να πίνη ένα κρασί. Έπαιρνεν

εργασίαν από τα μαγαζιά και εδούλευεν ως κάλφας εις το δωμάτιόν του.

Εισήλθε και παρήγγειλεν ένα κρασί. Είτα, ιδών τον Παύλον

-Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπεν.

Ως από Θεού σταλμένος, δια να λύση το ζήτημα της πεντάρας, μεταξύ του πελάτου και του

υπηρέτου, εκάθισε πλησίον του Παύλου και ήρχισε τοιαύτην ομιλίαν, η οποία ήτο μεν συνέχεια

των ιδίων λογισμών του, εις δε τον Παύλον εφάνη ως συνηγορία υπέρ των ιδικών του παραπόνων.

-Που σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπεν ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ' Άη-

Νικολάου δουλέψαμε, τ' Άη-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται

Χριστούγεννα, και θαρρώ, πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα...

Ο Παύλος έσεισε την κεφαλήν.

-Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, είπε.

Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουνε

διωρισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει

μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε

εβδομάδες και μήνες τις καθημερινές.

-Είναι και η τεμπελιά εις το μέσο, είπε μετά πονηράς αυθαδείας το παιδί του καπηλείου, ωφεληθέν

από μίαν στιγμήν, καθ' ην ο αφέντης του είχεν ομιλίαν εις το κατώφλιον της θύρας και δεν ηδύνατο

ν' ακούση.

-Ας είναι, τί να σου κάμη η προκομμάδα και η τεμπελιά; είπεν ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά

κεσάτια και ολίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρο-Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ,

ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ

δουλεύω, ο γυιός μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ' όλα αυτά, δεν μπορούμε

ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά,

δουλεύουμε για τον μπακάλη, για τον μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το

λούσο της ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.

-Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπεν ο Παυλέτος, αποκρινόμενος εις τους ιδίους στοχασμούς

του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά, ρεματισμοί, κρυώματα.

Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζης τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε...

-Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθαδίασε πάλιν ο υπηρέτης, αινιττόμενος ίσως τας

μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνάς.

Είτα εισήλθεν ο κάπηλος. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε, να επαναλάβη την εργασίαν του και η

ομιλία έπαυσεν.

Ο μαστρο-Παύλος αφέθη εις τας φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, την

άλλην Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεπτά δια να αγοράση ένα γαλόπουλο, να κάμη και

αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι! Μετενόει τώρα πικρώς, διότι δεν επήγε τας

τελευταίας ημέρας εις τα βυρσοδεψεία να δουλεύση και να βγάλη ολίγα λεπτά, δια να περάση

πτωχικά τας εορτάς. "Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά. Κόπιασε να αργάζης

τομάρια! Το σικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!"

Είχεν ακούσει τον λαϊκόν μύθον δια τον τεμπέλην, οπού επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και όστις

συγκατένευσε να ζήση υπό τον όρον να είναι "βρεμένο το παξιμάδι". Εγνώριζε και την άλλην

διήγησιν δια το τεμπελχανιό, το οποίον ίδρυσε, λέγουν, ο Μεχμέτ Αλής εις την πατρίδα του

Καβάλαν. Εκεί, επειδή το κακόν είχε παραγίνει, ο επιστάτης εσοφίσθη να στρώνη μίαν ψάθαν, επί

της οποίας ηνάγκαζε τους αέργους να εξαπλώνωνται. Είτα έβαζε φωτιάν εις την ψάθαν. Όποιος

επροτίμα να καή, παρά να σηκωθή από την θέσιν του, ήτο σωστός τεμπέλης και εδικαιούτο να

φάγη δωρεάν το πιλάφι. Όποιος εσηκώνετο και έφευγε το πυρ, δεν ήτο σωστός τεμπέλης και έχανε

τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, εσκέπτετο ο μαστρο-Παύλος, και

κανείς εξ αυτών να μην ιδρύση παραπλήσιόν τι εις τας Αθήνας!

Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το

γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευτή;

Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον

δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως

προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με

την γυναίκα του.

Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ'

ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και

βούτυρον και άλλα καλά πράγματα, Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να

αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση. Έπειτα είδε τον

Παύλον και εστράφη προς αυτόν.

-Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του

Μπελιοπούλου;

-Του κυρ-Θανάση του Μπε...

Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.

-Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ' αυτόν το δρόμο... τον

είχα μουστερή από πρώτα... μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι.

-- Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξης την κυρα-Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο... αυτή είναι η νοικοκυρά του... πως να πώ; είναι η γενειά του... τη έχει λύσε-δέσε, σ' όλα τα πάντα... οικονόμισσα στο νοικοκυριό του... είναι κουνιάδα του... μαθές θέλω να πω, ανιψιά του... φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια. Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε

-Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ' εδώ να πάρης τα ψώνιαμ που σου στέλλει ο κύριος... ο αφέντης σου.

Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την

ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα

εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν.

Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων

του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα,

και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.

Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του

κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.'

-Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ'έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις,

εγώ πάλε;

Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της

κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον

και πάλιν ησύχασεν.

Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ'

ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη

περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον

υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα

από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν

το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.

Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.

-Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα... Τί γάλος και

γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το

πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι... Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι

εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το

γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά... κλειδώθηκε μες στην κάμαρα,

και δεν ήξευρε τι να κάμη... Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές... και

επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη

εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία... ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα

το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να

λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ' ακουσες;

Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά

-Τώρα... είναι μέσα η φαμίλια μου;

-Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των

Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε...

-Είναι μέσα;

-'Η μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε... να, κάπου ακούω τη φωνή του.

Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.

-Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος...

Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο

φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο-Παύλου.

-Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.

Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ

σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε-έγινε, να πας

να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ' ακούς;

-Τ' ακούω.

-Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε.

Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε

-Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε,

κι άλλε πέντε, δέκα!

Προφανώς ήτον μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζη

αυτά.

-Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, είπεν η Στρατίνα το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και

μεθαύριο δουλειά, δουλειά!...

Ηκούσθη κρότος, ως να εσηκώθη τις από μέσα, και να επλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύραν.

-Δρόμιο, επανέλαβε μηχανικώς ο Παύλος, συμμορφούμενος εμπράκτως με την λέξιν... δρόμιο και

δουλειά!