Articoli

Μίκης Θεοδωράκης - Τα καλύτερα του Μίκη

Τα καλύτερα του Μίκη - Οι στίχοι

 

1. Χάθηκα           Γιάννης Θεοδωράκης

Χάθηκα μέσα στους δρόμους που έζησα για πάντα

Μαζί με τα σοκάκια  μαζί με τα λιμάνια

Χάθηκα

Γιατί δεν είχα τα φτερά  Γιατί είχα εσένα  Κατινιώ

Γιατί είχα όνειρα πολλά

Και το λιμάνι  ήταν μικρό

Γιατί ήμουν πάντα μόνος

Και θα ‘μαι πάντα μόνος

 

2. Δρόμοι παλιοί     Μανόλης Αναγνωστάκης

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα

Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ

Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή 

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά

Κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα του πόθου μου

Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος κρατώντας

Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

 

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς

Να γνωρίζω κανέναν κι ούτε

Κανένας με γνώριζε

 

3. Ροδιά τετράκλωνη    Πάνος Κοκκινόπουλος
Αχνά χαράματα, σιγά σαν τρεμοπαίζει η Πούλια

θα μαραθούν τα γιασεμιά θα μαραθούν τα γιούλια.

Μα εσύ θα είσαι μοναχή γερμένη στο περβάζι

και θα θωρείς τη χρυσαυγή τα πέπλα της ν’ αλλάζει.

Ροδιά μου εσύ τετράκλωνη στολίδι της αυλής μου

ανάπαυση της προσμονής νεράκι της πληγής μου.

Θα ’ρθείς στο σπίτι μας ξανά μ’ εμέ  να σμίξεις πάλι

και δυό κρινάκια τ’ Απριλιού να βάλεις στ’ ανθογυάλι.

Στα χέρια μου σε σήκωσα  σ’ ανύψωσα ως τ’ αστέρια

και σμάρια να φτερούγισαν  στα στήθια περιστέρια.

Με της χαράς το ξύπνημα με της φυγής τον πόνο

κι από τα τότε καρτερώ   το γυρισμό σου μόνο.

 

4. Όμορφη πόλη        Γιάννης Θεοδωράκης
 Όμορφη πόλη φωνές μουσικές απέραντοι δρόμοι κλεμμένες ματιές

ο ήλιος χρυσίζει χέρια σπαρμένα βουνά και γιαπιά πελάγη απλωμένα

Θα γίνεις δικιά μου πριν έρθει η νύχτα τα χλωμά τα φώτα πριν ρίξουν δίχτυα

θα γίνεις δικιά μου

Θα γίνεις δικιά μου πριν έρθει η νύχτα τα χλωμά τα φώτα πριν ρίξουν δίχτυα

θα γίνεις δικιά μου

Η νύχτα έφτασε τα παράθυρα κλείσαν η νύχτα έπεσε οι δρόμοι χαθήκαν

 

5. Βοριάς χτυπάει τη πόρτα μου Δημήτρης Χριστοδούλου

Ξημέρωμα σε γύρεψα   το δειλινό  το δειλινό σε βρήκα
και στη καρδιά σου μίλησα στη μαύρη μοί- στη μαύρη μοίρα μπήκα

Βοριάς χτυπάει στη πόρτα μου και στη ψυχή μου αγιάζι
και στα πικρά τα μάτια μου στιγμή στιγμή στιγμή στιγμή βραδιάζει

Τα μάτια σου εγύρεψα    στο φως να πε-   στο φως να περπατήσω
να κάνω όνειρο γλυκό   καημούς παλιούς  καημούς παλιούς να κλείσω
Βοριάς χτυπάει στη πόρτα μου και στη ψυχή μου αγιάζι

και στα πικρά τα μάτια μου στιγμή στιγμή,  στιγμή στιγμή βραδιάζει

 

6. Nύχτα μαγικιά    Γιάννης Θεοδωράκης
Νύχτα μαγικιά μια σκιά περνά

σκέψου τώρα τη φωνή που σου 'λεγε

ποτέ, ποτέ μαζί

Βάδιζα σκυφτός, ήσουν ουρανός

με των άστρων τη μουσική μου τραγουδάς

ποτέ, ποτέ μαζί

Μάγισσα χλωμή το στερνό σου φιλί

ξεχασμένη μουσική μια μαχαριά

ποτέ, ποτέ μαζί

 

8. Μέρα Μαγιού μου μίσεψες Γιάννης Ρίτσος

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες  μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη γιέ που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω
Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις

άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκιά ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δεν φτάνουν τα χαλίκια
Και μου 'λεγες πως όλ' αυτά   τα ωραία θαν' δικά μας

και τώρα εσβήστης κι έσβησε το φέγγος κι η φωτιά μας

 

9. Οι στίχοι αυτοί    Μανόλης Αναγνωστάκης

Οι στίχοι αυτοί, μπορεί και νά ναι οι τελευταίοι

Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν

Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δεν ζούνε  πια

Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι

Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά

Σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος

Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα

Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις

Στα  θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός

Να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς οι νέοι

 

10. Στράτα τη στράτα   Νίκος Γκάτσος

Σ' αυτό το δρόμο που διάλεξες να πας κοίτα  να προφτάσεις τον καιρό
που 'ναι σαν το κύμα τ' αλμυρό

Στράτα τη στράτα σου το 'χω πει φεύγουν τα νιάτα σαν αστραπή

Σ' αυτό το δρόμο που διάλεξες να πας πέρασα κι εγώ κάποια βράδια
για του φεγγαριού την αμμουδιά

Στράτα τη στράτα σου το 'χω πει φεύγουν τα νιάτα σαν αστραπή

 

 

11. Αστέρι μου φεγγάρι μου

Αστέρι μου φεγγάρι μου της άνοιξης κλωνάρι μου κοντά σου θα 'ρθω πάλι

 κοντά σου θα 'ρθω μιαν αυγή για να σου πάρω ένα φιλί και να με πάρεις πάλι

 

Αγάπη μου αγάπη μου η νύχτα θα μας πάρει τ' άστρα κι ο ουρανός το κρύο το φεγγάρι

 

Θα σ' αγαπώ θα ζω μες το τραγούδι θα μ' αγαπάς θα ζεις με τα πουλιά

θα σ' αγαπώ θα γίνουμε τραγούδι θα μ' αγαπάς θα γίνουμε πουλιά

 

12. Κράτησα τη ζωή μου    Γιώργος Σεφέρης

Κράτησα τη ζωή μου

ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα
κατά το πλάγιασμα της βροχής
Σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς
καμιά φωτιά στην κορυφή τους
βραδιάζει
Κράτησα τη ζωή μου

 

13.Σε πότισα ροδόσταμο  Νίκος Γκάτσος

Στον άλλο κόσμο που θα πας κοίτα μη γίνεις σύννεφο
κοίτα μη γίνεις σύννεφο κι άστρο πικρό της χαραυγής
και σε γνωρίσει η μάνα σου που καρτερεί στην πόρτα

Σε πότισα ροδόσταμο με πότισες φαρμάκι

της παγωνιάς αητόπουλο της ερημιάς γεράκι

Πάρε μια βέργα λυγαριά μια ρίζα δεντρολίβανο
μια ρίζα δεντρολίβανο και γίνε φεγγαροδροσιά
να πέσεις τα μεσάνυχτα στη διψασμένη αυλή σου
Σε πότισα ροδόσταμο με πότισες φαρμάκι

της παγωνιάς αητόπουλο της ερημιάς γεράκι

 

14. Το παλικάρι έχει καημό  Μάνος Ελευθερίου

Το παλικάρι έχει καημό κι εγώ στα μάτια το κοιτώ
και το κοιτώ και δε μιλώ        απόψε απόψε που έχει τον καημό
Βδομάδα πάει χωρίς δουλειά κι έξω χιονίζει και φυσά
χωρίς τσιγάρο και δουλειά      απόψε απόψε μου σκίζει την καρδιά

Το παλικάρι έχει καημό μα όταν κοιτάει τον ουρανό
τα μάτια του είναι δύο πουλιά     απόψε απόψε το δάκρυ μου κυλά

 

15. Είχα φυτέψει μια καρδιά  Νίκος Γκάτσος

Με τ' αστεράκι της αυγής στο παραθύρι σου να βγεις
κι αν δεις καράβι του νοτιά να 'ρχεται από την ξενητειά
στείλε με τ' άσπρα σου πουλιά γλυκά φιλιά
Κι αν δεις καράβι του νοτιά να 'ρχεται από την ξενητειά
στείλε με τ' άσπρα σου πουλιά χίλια γλυκά φιλιά
Είχα φυτέψει μια καρδιά στου χωρισμού την αμμουδιά
μα τώρα που 'ρθα να σε βρω με δαχτυλίδι και σταυρό
είναι του κόσμου και του κόσμου η ξαστεριά
Κι απ' το παλιό μας το κρασί δώσ' μου να πιω και πιες κι εσύ
να μείνω αγάπη μου για πάντα στη πικρή στεριά

 

16. Το παράπονο  Δημήτρης Χριστοδούλου

Τι θέλεις απ' τα νιάτα μου που είναι πικραμένα

δεν ξέρεις τι θα πει καημός τι θέλεις από μένα

Εγώ περπάτησα γυμνός εγώ βαδίζω μόνος

μου 'γινε ρούχο ο σπαραγμός και σπίτι μου ο πόνος

Δεν ξέρεις τι 'ναι παγωνιά   καρδιά που κλαίει τη νύχτα

όσα τραγούδια σου 'γραψα στη κρύα νύχτα ρίχτα

Εγώ περπάτησα γυμνός εγώ βαδίζω μόνος

μου 'γινε ρούχο ο σπαραγμός και σπίτι μου ο πόνος

 

 

17. Μαρίνα    Οδυσσέας Ελύτης

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω, Λουίζα και βασιλικό

Μαζί μ’αυτά να σε φιλήσω, και τι να πρωτοθυμηθώ

Τη βρύση με τα περιστέρια, των αρχαγγέλων το σπαθί

Το περιβόλι με τ’ αστέρια, και το πηγάδι το βαθύ

 

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα, στην άλλη άκρη τ’ουρανού

Και ν’ ανεβαίνεις σε θωρούσα, σαν αδελφή του αυγερινού

 Μαρίνα πράσινο μου αστέρι Μαρίνα φως του αυγερινού

Μαρίνα μου άγριο περιστέρι Και κρίνο του καλοκαιριού

 

18. Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές   Γιώργος Σεφέρης

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές

υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη υπάρχει μια έκσταση
Όλα σκληρά σαν τα κοχύλια μπορείς να τα κρατήσεις
μες στη παλάμη σου
Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
Μέρες ολόκληρες σε κοίταζα μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια
και δεν σε γνώριζα μήτε με γνώριζες

 

19. Γωνιά γωνιά   Δημήτρης Χριστοδούλου

Γωνιά γωνιά σε καρτερώ γωνιά γωνιά σε ψάχνω
ψάχνω να βρω τα μάτια σου
κι απ' τον καημό κι απ' τον καημό τα χάνω

Παντού απλώνεται δροσιά παντού χιονιάς σφυρίζει

και τ' όνειρο που χάνεται πάει και δεν γυρίζει

Γωνιά γωνιά σε ζήτησα γωνιά γωνιά σε βρήκα
σου φίλησα τα μάτια σου και στους καημούς
και στους καημούς σου μπήκα
Παντού απλώνεται δροσιά παντού χιονιάς σφυρίζει

και τ' όνειρο που χάνεται πάει και δεν γυρίζει

 

20. Σαββατόβραδο   Τάσος Λειβαδίτης

Μοσχοβολούν οι γειτονιές  βασιλικό κι ασβέστη
παίζουν τον έρωτα κρυφά   στις μά- στις μάντρες τα παιδιά
Σάββατο βράδυ μου έμορφο ίδιο Χριστός ανέστη
κι ένα τραγούδι του Τσιτσάνη κλαίει κλαίει κάπου μακριά

Πάει κι απόψε τ' όμορφο τ' όμορφο τ' απόβραδο
από Σαββάτο βράδυ πίκρα και σκοτάδι
αχ να 'ταν η ζωή μας Σαββατόβραδο
κι ο Χά- κι ο Χάρος να 'ρχονταν μια Κυριακή μια Κυριακή το βράδυ

Οι άντρες σχολάν απ' τη δουλειά και τον βαρύ καημό τους
να θάψουν κατεβαίνουνε στο υπό   στο υπόγειο καπηλιό
Και το φεγγάρι ντύνει λες με τ' άσπρο νυφικό του
τις κοπελιές που πλένονται στο φτω- στο φτωχοπλυσταριό
Πάει κι απόψε τ' όμορφο τ' όμορφο τ' απόβραδο
από Σαββάτο βράδυ πίκρα και σκοτάδι
αχ να 'ταν η ζωή μας Σαββατόβραδο

21. Δυο γιους είχες μανούλα μου   Μίκης Θεοδωράκης

Δυο γιους είχες μανούλα μου δυο δέντρα δυο ποτάμια
δυο κάστρα Βενετσιάνικα δυο δυόσμους δυο λαχτάρες
Ένας για την ανατολή κι ο άλλος για τη δύση
κι εσύ στη μέση μοναχή μιλάς ρωτάς  μιλάς ρωτάς τον ήλιο
Ήλιε που βλέπεις τα βουνά  που βλέπεις τα ποτάμια
όπου θωρείς τα πάθη μας και τις φτωχές μανούλες
Αν δεις τον Παύλο φώναξε και τον Ανδρέα πες μου
μ' ένα καημό τ' ανάστησα μ' ένα λυγμό μ' ένα λυγμό τα 'γέννου
Μα 'κείνοι παίρνουνε βουνά διαβαίνουνε ποτάμια
ο ένας τον άλλο ψάχνουνε για ν' αλληλοσφαγούνε
Κι εκεί στο πιό ψηλό βουνό στην πιό ψηλή ραχούλα
σιγά κοντά πλαγιάζουνε κι όνειρο ί- κι όνειρο ίδιο βλέπουν
Στης μάνας τρέχουνε κι οι δυο το νεκρικό κρεβάτι
μαζί τα χέρια δίνουνε της κλείνουνε τα μάτια
Και τα μαχαίρια μπήγουνε βαθιά μέσα στο χώμα
κι απ' έκει ανάβλυσε νερό να πιεις να ξε- να πιεις να ξεδιψάσεις

 

22. Καημός        Δημήτρης Χριστοδούλου

Είναι μεγάλος ο γιαλός είναι μακρύ το κύμα
είναι μεγάλος ο καημός  είναι πικρό το κρίμα

Ποτάμι μέσα μου πικρό το αίμα της πληγής σου

κι από το αίμα πιο πικρό στο στόμα το φιλί σου

Δεν ξέρεις τι 'ναι παγωνιά βράδια χωρίς φεγγάρι
να μη γνωρίζεις ποια στιγμή ο πόνος θα σε πάρει
Ποτάμι μέσα μου πικρό το αίμα της πληγής σου

κι από το αίμα πιο πικρό στο στόμα το φιλί σου

 

23. Βρέχει στη φτωχογειτονιά  Τάσος Λειβαδίτης

Μικρά κι ανήλιαγα στενά και σπίτια χαμηλά μου

βρέχει στη φτωχογειτονιά βρέχει και στη καρδιά μου

Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά ω π' άναψες το καημό μου

είσαι μικρός και δεν χωράς τον αναστεναγμό μου

Οι συμφορές αμέτρητες δεν έχει ο κόσμος άλλες

φεύγουν οι μέρες μου βαριά σαν τις βροχής τις στάλες

 

24. Μαργαρίτα Μαγιοπούλα  Ιάκωβος Καμπανέλης

Είχα φυτέψει μια πορτοκαλιά που την εζήλευε όλη η γειτονιά
που την εζήλευε όλη η γειτονιά είχα φυτέψει μια πορτοκαλιά

Πρωί πρωί την πότιζα φιλιά το δειλινό την πήραν τα πουλιά
το δειλινό την πήραν τα πουλιά πρωί πρωί την πότιζα φιλιά
Αχ Μαργαρίτα Μαγιοπούλα αχ Μαργαρίτα μάγισσα

 

25. Άνθη της πέτρας    Γιώργος Σεφέρης

Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα
με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες
γυαλίζοντας στ' αργό ψιχάλισμα
Άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες που ήρθαν
όταν κανένας δεν μιλούσε και μου μίλησαν
που μ' άφησαν να τις αγγίξω ύστερα από την σιωπή
μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια

 

26. Σ' αυτή τη γειτονιά  Μάνος Ελευθερίου

Σ' αυτή τη γειτονιά (3)    και βράδυ και πρωί

περάσαμε και χάσαμε ολόκληρη ζωή

Σ' αυτή τη γειτονιά (3)   μέσ' στο μικρό στενό

χαθήκαμε και ζήσαμε μακριά κι απ' τον Θεό

Σ' αυτή τη γειτονιά (3)  μας πήραν οι καημοί

μας πήραν και μας πρόδωσαν για μια μπουκιά ψωμί

 

27. Δραπετσώνα  Τάσος Λειβαδίτης
Μ' αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός                κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός

Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά              εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά

Το 'δερνε αγέρας κι η βροχή                        μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή

Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.

Πάρ' το στεφάνι μας, πάρ' το  γεράνι μας στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή

Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί

Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά     στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά

Κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός     κάθε παράθυρό του κι ουρανός

Μα όταν ερχόταν η βραδιά         μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά

Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά

Πάρ' το στεφάνι μας, πάρ' το  γεράνι μας  στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή

Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί

 

29. Νύχτα μέσα στα μάτια σου    Γιάννης Θεοδωράκης

Ξάφνου μέσα στο σκοτάδι άναψε ένα φως

χερουβείμ, σεραφείμ σ' έφεραν στη Γη

το φεγγάρι αρμενίζει στων ματιών σου την πηγή

Νύχτα μέσα στα μάτια σου νύχτα και στην καρδιά σου

ο έρωτας κοιμήθηκε μέσα στην αγκαλιά σου

Καταπράσινα τα φύλλα τώρα σε φιλούν

χερουβείμ, σεραφείμ γλυκοτραγουδούν

είσαι ο πόνος ο μεγάλος, τύραννός μου και καημός

 

31. Αν θυμηθείς τ' όνειρό μου    Νίκος Γκάτσος

Στην αγκαλιά μου κι απόψε σαν άστρο κοιμήσου

δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά

τώρα που η νύχτα κεντά με φιλιά το κορμί σου

μέτρα τον πόνο κι άσε με μόνο στην ερημιά

 

Αν θυμηθείς τ' όνειρό μου

σε περιμένω να 'ρθεις

μ' ένα τραγούδι του δρόμου να ρθεις όνειρό μου

το καλοκαίρι που λάμπει τ' αστέρι με φως να ντυθείς

 

32. Δακρυσμένα μάτια   Γιάννης Θεοδωράκης

 

Δακρυσμένα μάτια νυσταγμένοι κήποι

όνειρα κομμάτια ας ήτανε να ζω

στους μεγάλους δρόμους κάτω απ' τις αφίσες

στα χιλιάδες χρώματα ας ήταν να βρεθώ

 

Να 'ταν η καριδά μου λαμπερό αστέρι

να 'ταν η ματιά μου δίκοπο μαχαίρι

αστραφτερό σπαθί μες το μεσημέρι

αστραφτερό σπαθί μες το μεσημέρι

 

33. Όταν μιαν άνοιξη    Μανόλης Αναγνωστάκης
 Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει   θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά

και θα ’ρθεις να σφίξεις τα χέρια μου            παλιέ μου φίλε

Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου

κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη

Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,      ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο

θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας      και τα όνειρά μας

Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες   μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περσότερο

από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου     παλιέ μου φίλε

 

35. Κοιμήσου αγγελούδι μου Κώστας Βίρβος

Κοιμήσου αγγελούδι μου παιδί μου νάνι νάνι
να μεγαλώσεις γρήγορα σαν τ' αψηλό πλατάνι
Να γίνεις άντρας στο κορμί και στο μυαλό

και να 'σαι πάντα μες στο δρόμο τον καλό

Κοιμήσου αγγελούδι μου γλυκό 'ναι το τραγούδι μου

Κοιμήσου περιστέρι μου να γίνεις σαν ατσάλι
να γίνει κι η καρδούλα σου σαν του Χριστού μεγάλη
Για να μη πεις μες στη ζωή σου δεν μπορώ
κι αν πρέπει ακόμα να σηκώσεις και σταυρό
Κοιμήσου αγγελούδι μου γλυκό 'ναι το τραγούδι μου

 

36. Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι    Μίκης Θεοδωράκης

Το μεσημέρι χτυπάνε στο γραφείο μετρώ τους χτύπους τον πόνο μετρώ

είμαι θρεφτάρι μ' έχουν κλείσει στο σφαγείο   σήμερα εσύ αύριο εγώ

Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα μετρώ τους χτύπους το αίμα μετρώ

πίσω απ' τον τοίχο πάλι θα 'μαστε παρέα τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ

Που πάει να πει σ' αυτή τη γλώσσα τη βουβή

βαστάω γερά, κρατάω καλά

Μες στις καρδιές μας αρχιναέι το πανηγύρι τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ

τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ

Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι και το κελί μας κόκκινο ουρανό

Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι και το κελί μας κόκκινο ουρανό

Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα μετρώ τους χτύπους το αίμα μετρώ

πίσω απ' τον τοίχο πάλι θα 'μαστε παρέα τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ

Που πάει να πει σ' αυτή τη γλώσσα τη βουβή βαστάω γερά, κρατάω καλά

Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι και το κελί μας κόκκινο ουρανό

Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι και το κελί μας κόκκινο ουρανό

 

37. Άσμα ασμάτων    Ιάκωβος Καμπανέλλης
 Τι ωραία που είναι η αγάπη μου με το καθημερινό της φόρεμα

κι ένα χτενάκι στα μαλλιά.

Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Άουσβιτς, του Νταχάου κοπέλες,

μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι,  δεν είχε πιά το φόρεμά της

ούτε χτενάκι στα μαλλιά.

Τι ωραία που είναι η αγάπη μου, η χαϊδεμένη από τη μάνα της

και τ' αδελφού της τα φιλιά.

Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Μαουτχάουζεν, κοπέλες του Μπέλσεν,

μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε στην παγερή πλατεία μ' έναν αριθμό στο άσπρο της το χέρι,

με κίτρινο άστρο στην καρδιά.

Τι ωραία που είναι η αγάπη μου, η χαϊδεμένη από τη μάνα της

και τ' αδελφού της τα φιλιά. Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία

 

38. Μενεξεδένια ήταν τα βουνά    Γιάννης Θεοδωράκης
Μενεξεδένια ήταν τα βουνά  μενεξεδένια τα φιλιά

μενεξεδένια ήταν τα μάτια σου κατάμαυρη είναι η μοναξιά.

Το τρένο αυτό που σε ξερίζωσε μου σκίζει πάντα την καρδιά

το σφύριγμά του είναι για μέ λυγμός το πέρασμά του είναι καημός.

Ήμουν για σένα ο διαβάτης που περνά ήσουν για μένα το νερό και η φωτιά.

Σε κράτησα μέσα στα χέρια μου σα νά 'σουνα μικρό πουλί

με την αυγή γλυκοκελάηδησες το δειλινό είχες χαθεί.

Κι εγώ στα δάση τώρα τριγυρνώ μετρώ τα κίτρινα κλαδιά

μετρώ τα φύλλα που ξεράθηκαν την άμετρη μετρώ ερημιά.

 

39. Το τρένο φεύγει στις οχτώ   Μάνος Ελευθερίου
 Το τρένο φεύγει στις οχτώ ταξίδι για την Κατερίνη

Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει να μη θυμάσαι στις οχτώ

να μη θυμάσαι στις οχτώ το τρένο για την Κατερίνη Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει

Σε βρήκα πάλι ξαφνικά να πίνεις ούζο στου Λευτέρη

νύχτα δε θα 'ρθει σ' άλλα μέρη να 'χεις δικά σου μυστικά

να 'χεις δικά σου μυστικά και να θυμάσαι ποιος τα ξέρει νύχτα δε θα 'ρθει σ' άλλα μέρη

Το τρένο φεύγει στις οχτώ μα εσύ μονάχος σου έχεις μείνει

σκοπιά φυλάς στην Κατερίνη μεσ' στην ομίχλη πέντε οχτώ

μεσ' στην ομίχλη πέντε οχτώ μαχαίρι στη καρδιά σου εγίνει σκοπιά φυλάς στην Κατερίνη

 

40. Προδομένη μου αγάπη Μίκης Θεοδωράκης

Τα μεσάνυχτα που σμίγουνε οι ώρες προδομένη μου αγάπη
τα μεσάνυχτα που σμίγουν οι καρδιές μας προδομένη μου αγάπη

Νταν νταν νταν νταν νταν σημαίνει νταν το τέλος της αγάπης
δυο πουλιά δυο περιστέρια ταξιδεύουνε μέσα στ' αστέρια
ταξιδεύουνε μέσα στ' αστέρια δυο πουλιά δυο περιστέρια

Τα μεσάνυχτα που 'ναι μακριά ο ήλιος προδομένη μου αγάπη
τα μεσάνυχτα που 'ναι κοντά οι ζωές μας προδομένη μου αγάπη
Νταν νταν νταν νταν νταν σημαίνει νταν το τέλος της αγάπης
δυο πουλιά δυο περιστέρια ταξιδεύουνε μέσα στ' αστέρια
ταξιδεύουνε μέσα στ' αστέρια δυο πουλιά δυο περιστέρια

Τα μεσάνυχτα θα σε περιμένω προδομένη μου αγάπη
σαν θα φεύγει το φεγγάρι στο σκοτάδι προδομένη μου αγάπη
Νταν νταν νταν νταν νταν σημαίνει νταν το τέλος της αγάπης
δυο πουλιά δυο περιστέρια ταξιδεύουνε μέσα στ' αστέρια
ταξιδεύουνε μέσα στ' αστέρια δυο πουλιά δυο περιστέρια

 

 

41.Από το παράθυρό σου    Ιάκωβος Καμπανέλλης

Είμαι ένα παιδί της νύχτας  ένας ίσκιος μοναχός

ένα δάκρυ από φεγγάρι της αυγής ένας καημός

Σ’αγαπώ μα δε θα ‘ρθω να σε βρω, γιατί το ξέρω

σ’αγαπώ μα δε θα ‘ρθω το φαρμάκι θα σου φέρω

Από το παράθυρο σου πέρασε το καλοκαίρι

πέρασε κι η συννεφιά  πέρασε όλη μας η αγάπη

πέρασε όλη μας η πίκρα πέρασε και η χαρά

Είμαι μια βροχή στον ήλιο μια φωτιά μες στη βροχή

μια φωνή μες στον αγέρα μια σιωπή μες στη σιωπή

Σ’αγαπώ μα δε θα ‘ρθω να σε βρω, γιατί το ξέρω

σ’αγαπώ μα δε θα ‘ρθω το φαρμάκι θα σου φέρω

 

42. Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί (Της ξενητειάς)   Ερρίκος Θαλασσινός
 Φεγγάρι μάγια μου ‘κανες και περπατώ στα ξένα

έιναι το σπιίτι ορφανό αβάσταχτο το δειλινό

και τα βουνά κλαμένα

Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί να πάει στη μάνα υπομονή

Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί ένα χελιδονάκι, να πάει να χτίσει τη φωλιά

στου κήπου την κορομηλιά δίπλα στο μπαλκονάκι,

στείλε ουρανέ μου ένα πουλί να πάει στη μάνα υπομονή

Να πάει τη μάνα υπονονή δεμένη στο μαντίλι

προικιά στην αδερφούλα μου και στη γειτονοπούλα μου

γλυκό φιλί στα χείλη
 

44. Στο παραθύρι στέκοσουν  Γιάννης Ρίτσος

Στο παραθύρι στέκοσουν κι οι δυνατές σου οι πλάτες

φράζαν ακέρια την μπασιά τη θάλασσα τις τράτες

Κι ο ίσκιος σου σαν αρχάγγελος πλημμύριζε το σπίτι

κι εκεί στ' αυτί σου σπίθιζε η γαζία τ' αποσπερίτη

Κι ήταν το παραθύρι μας η θύρα όλου το κόσμου

κι έβγαζε στον παράδεισο που τ' άστρα ανθίζαν φως μου

Κι ως στέκοσουν και κοίταζες το λιόγερμα ν' ανάβει

σαν τιμονιέρης φάνταζες κι η κάμαρα καράβι

Και μες στο χλιό και γαλανό το απόβραδο έγια λέσα

μ' αρμένιζες στη σιγαλιά του γαλαξία μέσα

Και το καράβι βούλιαξε κι έσπασε το τιμόνι

και στου πελάγου το βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη

 

45. Το γελαστό παιδί   Brendan Behan
 Ήταν πρωί του Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή

βγήκα να πάρω αέρα στην ανθισμένη γη

βλέπω μια κόρη κλαίει σπαραχτικά θρηνεί

σπάσε καρδιά μου εχάθη το γελαστό παιδί

Είχεν αντρεία και θάρρος και αιώνια θα θρηνώ

το πηδηχτό του βήμα το γέλιο το γλυκό

ανάθεμα την ώρα κατάρα τη στιγμή

σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί

Μον' να 'ταν σκοτωμένο στου αρχηγού το πλάι

και μόνον από βόλι Εγγλέζου να 'χε πάει

κι από απεργία πείνας μέσα στη φυλακή

θα 'ταν τιμή μου που 'χασα το γελαστό παιδί

Βασιλικιά μου αγάπη μ' αγάπη θα στο λέω

για το ό,τι έκανες αιώνια θα σε κλαίω

γιατί όλους τους εχθρούς μας θα ξέκανες εσύ

δόξα τιμή στ' αξέχαστο γελαστό παιδί

 

47. Της αγάπης αίματα  Οδυσσέας Ελύτης

Της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν
και χαρές ανείδωτες με σκιάσανε
οξειδώθηκα μες στη νοτιά των ανθρώπων
μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο
Στ' ανοιχτά του πέλαγου με καρτέρεσαν με μπομπάρδες τρικάταρτες  και μου ρίξανε
αμαρτία μου να 'χα κι εγώ μιαν αγάπη  μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο
Τον Ιούλιο κάποτε μισανοίξανε    τα μεγάλα μάτια της    μες στα σπλάχνα μου
την παρθένα ζωή μια στιγμή να φωτίσουν  μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο
μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο

 

49. Ποιος τη ζωή μου   Μάνος Ελευθερίου
Ποιος τη ζωή μου, ποιος τη κυνηγά         να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα;

Ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά          σαν ψάρι μ’ έχουν πιάσει μες στα δίχτυα

Για κάποιον μες στον κόσμο είν’ αργά       ποιος τη ζωή μου, ποιος τη κυνηγά;

Ποιος τη ζωή μου, ποιος παραφυλά        στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει;

Πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά          που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;

 

50. Στου κόσμου την ανηφοριά         Νίκος Γκάτσος

Μες στη ζωή περπάτησα         κι είχα τον ήλιο προίκα.

Μόνο που φως δεν κράτησα          παρηγοριά δεν βρήκα.

Στου κόσμου την ανηφοριά      μου στήσανε καρτέρι

κι ήταν ο φίλος πυρκαγιά        ο αδερφός μαχαίρι.

Πήρα δροσιά και πότισα      τα μαραμένα στήθη

μόνο η καρδιά που ρώτησα   ποτέ δεν μ’ αποκρίθη.

 

51. Βράχο βράχο τον καημό μου Δημήτρης Χριστοδούλου

Είναι βαριά η μοναξιά είναι πικρά τα βράχια

παράπονο η θάλασσα και μου 'πνιξε τα μάτια

Βράχο βράχο τον καημό μου τον μετράω και πονώ
κι είναι το παράπονο μου πότε μάνα θα σε δω

Πάρε με θάλασσα πικρή πάρε με στα φτερά σου

πάρε με στο γαλάζιο σου στη δροσερή καρδιά σου

Βράχο βράχο τον καημό μου τον μετράω και πονώ
κι είναι το παράπονο μου πότε μάνα θα σε δω

Πάρε με να μη ξαναδώ τα βράχια και το χάρο

κάνε το κύμα όνειρο και τη σιωπή σου φάρο

Βράχο βράχο τον καημό μου τον μετράω και πονώ
κι είναι το παράπονο μου πότε μάνα θα σε δω

Γίνε αστέρι κι ουρανός γίνε καινούργιος δρόμος

να μην βαδίζω μοναχός να μην πηγαίνω μόνος

 

52. Μέσα στα μαύρα σου μαλλιά    Άκος Δασκαλόπουλος

Στη γειτονιά του φεγγαριού  βγήκα να σεργιανίσω

να ιδώ τα μάτια τ’ ουρανού τα χείλη να φιλήσω.

Μέσα στα μαύρα σου κυρά μου τα μαλλιά φωλιάζουν άστρα,

φωλιάζουν άστρα κι ανοιξιάτικα πουλιά.

Μες στην καρδιά μου ένα πουλί δεν βλέπεις πως σπαράζει

κι αν κελαηδεί κι αν κελαηδεί  το λιώνει το μαράζι.

Είσαι πριγκίπισσα σωστή   και προίκα σου τα μάτια

η αρχοντιά δεν κατοικεί  μες στα χρυσά παλάτια.

 

53. Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ    Μίκης Θεοδωράκης
Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ,  περιστεράκι στον ουρανό...

τον ουρανό μες στα δυο σου μάτια κοιτάζω, βλέπω την πούλια και τον αστερισμό.

Η μάνα σου είναι τρελή και σε κλειδώνει μοναχή,

σαν θέλω να'μπω στην κάμαρή σου μου ρίχνεις μεταξωτό σκοινί,

και κλειδωμένους μας βλέπ'η νύχτα, μας βλέπουν τ'άστρα κ'η χαραυγή.

Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ, βαρκούλα στο Σαρωνικό...

Σαρωνικέ μου, τα κυματάκια σου δώσ'μου, δώσ'μου τ'αγέρι, δώσ'μου το πέλαγο.

Η μάνα σου είναι τρελή και σε κλειδώνει μοναχή,

σαν θέλω να μπω στην κάμαρή σου μου ρίχνεις μεταξωτό σκοινί,

και κλειδωμένους μας βλέπ' η νύχτα, μας βλέπουν τ' άστρα κι η χαραυγή.

Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ, δεντράκι στο Βοτανικό...

Πάρε το τραμ μόλις δεις πως πέφτει η νύχτα, πέφτουν οι ώρες, πέφτω, λιποθυμώ.

Η μάνα σου είναι τρελή και σε κλειδώνει μοναχή,

σαν θέλω να μπω στην κάμαρή σου μου ρίχνεις μεταξωτό σκοινί,

και κλειδωμένους μας βλέπ' η νύχτα, μας βλέπουν τ' άστρα κι η χαραυγή.

 

54. Ανατολή σε λέγανε   Μίκης Θεοδωράκης
 Ήρθες στ' όνειρό μου, άστατο πουλί   μέσα στο σκοτάδι η ανατολή

μέσα στο σκοτάδι η ανατολή ήρθες στ' όνειρό μου, άστατο πουλί.

Ανατολή σε λέγανε κι αγγέλοι σε νταντεύανε κι αγγέλοι σε νταντεύανε ανατολή σε λέγανε.

Σ' άπλωσα το χέρι μου πες δε μπορώ θέλω να πετάξω σ' άλλον ουρανό

θέλω να πετάξω σ' άλλον ουρανό σ' άπλωσα το χέρι μου πες δε μπορώ.

Τη δική μου αγάπη δεν την εκτιμάς στα ψηλά μπαλκόνια πρόθυμα πετάς

στα ψηλά μπαλκόνια πρόθυμα πετάς τη δική μου αγάπη δεν την εκτιμάς.

 

55. Ένα το χελιδόνι    Οδυσσέας Ελύτης
 Ένα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή   για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή

Θέλει νεκροί χιλιάδες να 'ναι στους τροχούς  Θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.

Θε μου Πρωτομάστορα μ' έχτισες μέσα στα βουνά  Θε μου Πρωτομάστορα μ' έκλεισες μες στη θάλασσα!

Πάρθηκεν από μάγους το σώμα του Μαγιού  Το 'χουνε θάψει σ' ένα μνήμα του πέλαγου

σ' ένα βαθύ πηγάδι το 'χουνε κλειστό  μύρισε το σκοτάδι κι όλη η άβυσσος

Θε μου Πρωτομάστορα μέσα στίς πασχαλιές και Συ  Θε μου Πρωτομάστορα μύρισες την Ανάσταση

 

57. Με το λύχνο του άστρου    Οδυσσέας Ελύτης

Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς εβγήκα

στο αγιάζι των λειμώνων στη μόνη ακτή του κόσμου

που να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!

 

Τα κορίτσια μου πένθος για τους αιώνες έχουν

Τ' αγόρια μου τουφέκια κρατούν και δεν κατέχουν

που να βρώ την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!

 

 

58. Του μικρού βοριά    Οδυσσέας Ελύτης
 Του μικρού βοριά παράγγειλα, να ’ναι καλό παιδάκι

Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα και το παραθυράκι

Γιατί στο σπίτι π’ αγρυπνώ, η αγάπη μου πεθαίνει

και μες στα μάτια την κοιτώ, που μόλις ανασαίνει

 Γεια σας περβόλια, γεια σας ρεματιές

Γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές

Γεια σας οι κάμποι κι οι ξανθοί γιαλοί

Γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί

 Με πνίγει το παράπονο, γιατί στον κόσμο αυτόνα

τα καλοκαίρια τα ’χασα κι έπεσα στον χειμώνα

Σαν το καράβι π’ άνοιξε τ’ άρμενα κι αλαργεύει

βλέπω να χάνονται οι στεριές κι ο κόσμος λιγοστεύει

 

59. Άνοιξε λίγο το παράθυρο   Brendan Behan
Άνοιξε σιγά την πόρτα                        κλείσ’ τη για να μην τραβάει

όλη τη ζωή μου χύνω δάκρυα, δάκρυα     το στόμα μου δεν ξέρει να γελάει

Άνοιξε λίγο το παράθυρο               κι ας’ το φυρό για το Χριστό,

Έμπα και κάτσε κι ύστερα                θα σου το πω το μυστικό

Μόν’ μια φορά σαν έπεσε η εικόνα     κι άφησε τη γριά τη βάβω μου ξερή

κει που’ λεγε παλιό ιρλανδέζικο τραγούδι   πως πούλησαν προδότες τον οδηγητή

Άνοιξε λίγο το παράθυρο       κι άσ’ το φυρό για το Χριστό

Έμπα και κάτσε κι ύστερα  θα σου το πω το μυστικό

Από τους μπάσταρδους τους ξένους     κρύψε, καλή μου, το χάλι σου

εμείς λιοντάρι και λυκόρνιο     και ρόδο στο κεφάλι σου

Άνοιξε λίγο το παράθυρο       κι άσ’ το φυρό για το Χριστό

Έμπα και κάτσε κι ύστερα      θα σου το πω το μυστικό

 

63. Ο Αντώνης    Ιάκωβος Καμπανέλλης
Εκεί στη σκάλα την πλατειά στη σκάλα των δακρύων

στο Βιλεγκράμπεν το βαθύ   το λατομείο των θρήνων

Εβραίοι κι αντάρτες περπατούν Εβραίοι κι αντάρτες πέφτουν

Βράχο στην πλάτη κουβαλούν βράχο σταυρό θανάτου

 Εκεί ο Αντώνης στη φωνή φωνή, φωνή ακούει

ω καμαράντ, ω καμαράντ βόηθα ν' ανέβω τη σκάλα

 Μα κει στη σκάλα την πλατειά και των δακρύων τη σκάλα

τέτοια βοήθεια είναι βρισιά τέτοια σπλαχνιά κατάρα

 Ο Εβραίος πέφτει στο σκαλί και κοκκινίζει η σκάλα

και συ λεβέντη μου έλα εδω βράχο διπλό κουβάλα

 Παίρνω διπλό, παίρνω τριπλό μένα με λεν Αντώνη

κι αν είσαι άντρας έλα εδώ στο μαρμαρένιο αλώνι

 

64. Τ’ όνειρο καπνός    Νίκος Γκάτσος
 Έσπειρα στον κήπο σου χορτάρι να 'ρχονται το βράδυ τα πουλιά

τώρα ποιο φεγγάρι σ’ έχει πάρει κι άδειασε τού κόσμου η αγκαλιά

Στης νύχτας το μπαλκόνι παγώνει ο ουρανός

κι είν' η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός

Κύλησαν τα νιάτα στο ποτάμι κι έγινε ο καιρός ανηφοριά

Ήμουνα στον άνεμο καλάμι        κι ήσουνα στην μπόρα λυγαριά

 

68. Στρώσε το στρώμα σου    Ιάκωβος Καμπανέλλης
Ο δρόμος είναι σκοτεινός ώσπου να σ’ ανταμώσω ξεπρόβαλε μεσοστρατίς το χέρι να σου δώσω

Στρώσε το στρώμα σου για δυο για σένα και για μένα ν’ αγκαλιαστούμε απ’ την αρχή να’ ν’ όλα αναστημένα

Σ’ αγκάλιασα  μ’ αγκάλιασες μου πήρες και σου πήρα  χάθηκα μες στα μάτια σου  και στη δική σου μοίρα

Μέσα στις ίδιες γειτονιές έρημος ζητιανεύω ό,τι  μαζί σου σκόρπισα  γυρνώ και το γυρεύω

 

69. Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ    Οδυσσέας Ελύτης
 Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ     και μυρσίνη συ δοξαστική

μη παρακαλώ σας μη            λησμονάτε τη χώρα μου!

Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά          στα ηφαίστεια κλήματα σειρά

και τα σπίτια πιο λευκά    στου γλαυκού το γειτόνεμα!

Τα πικρά μου χέρια με τον κεραυνό     τα γυρίζω πίσω απ' τον καιρό

τους παλιούς μου φίλους καλώ   με φοβέρες και μ' αίματα

 

72. Η μπαλάντα του Αντρίκου  Κώστας Βάρναλης

Είχε τη τέντα ξομπλιαστή η βάρκα του καμπούρη Αντρέα
γερμένος πλάι στην κουπαστή ονείρατα 'βλεπεν ωραία

Η Κατερίνα και η Ζωή τ' Αντιγονάκι η Ζηνοβία
ώ! τι χαρούμενη ζωή χτυπάς φτωχή καρδιά με βία

Τα μεσημέρια τα ζεστά την βάρκα παίρναμε τ' Αντρέα
για να μας πάει στ' ανοιχτά όλες μαζί τρελή παρέα
Η Κατερίνα και η Ζωή τ' Αντιγονάκι η Ζηνοβία
ώ! τι χαρούμενη ζωή χτυπάς φτωχή καρδιά με βία

Μα ήρθ' ο χειμώνας ο κακόςκαι σκόρπισε η τρελή παρέα
και σένα βήχας μυστικόςσ' έριξε χάμω μπάρμπα Αντρέα
Η Κατερίνα και η Ζωή τ' Αντιγονάκι η Ζηνοβία
ώ! τι χαρούμενη ζωή χτυπάς φτωχή καρδιά με βία

70. Απρίλη μου    Μίκης Θεοδωράκης
 Απρίλη μου, Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε, καρδιά μου πώς αντέ-

Καρδιά μου πώς, καρδιά μου πώς αντέχεις μέσα στην τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές

 Γιομίζ' η γειτονιά τραγούδια και φιλιά

Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ

Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ, μα το ’χω μυστικό

Αστέρι μου, αστέρι μου χλωμό του φεγγαριού αχτίδα στο γαϊτανόφρυδο

Στο γαϊτανο-, στο γαϊτανοφρυδό σου κρεμάστηκε η καρδιά μου σαν το πουλάκι στο ξόβεργο

 Γιομίζ' η γειτονιά . . . .

 Λουλούδι μου, λουλούδι μυριστό και ρόδο μυρωδάτο, στη μάνα σου θα 'ρθω

στη μάνα σου, στη μάνα σου θα 'ρθω να πάρω την ευχή της και το ταίρι που αγαπώ

Γιομίζ' η γειτονιά . .  . .

 

74. Βασίλεψες αστέρι μου        Γιάννης Ρίτσος
 Βασίλεψες αστέρι μου, βασίλεψε όλη η πλάση.

Κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο, το φέγγος του έχει μάσει.

Κόσμος περνά και με σκουντά, στρατός και με πατάει

κι εμέ το μάτι ουδέ γυρνά ουδέ σε παρατάει.

Την άχνα απ' την ανάσα σουνιώθω στο μάγουλό μου,

αχ, κι ένα φως, μεγάλο φωςστο βάθος πλέει του δρόμου.

Τα μάτια μου σκουπίζει τα μια φωτεινή παλάμη.

Αχ κι η λαλιά σου, γιόκα μου στο σπλάχνο μου έχει δράμει.

Και να που ανασηκώθηκα, το πόδι στέκει ακόμα.

Φως ιλαρό λεβέντη μου μ' ανέβασε απ' το χώμα.

 

Σημαίες τώρα σε ντύσανε, παιδί μου εσύ κοιμήσου.

Κι εγώ τραβώ στ' αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου.

 

75. Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις   Γιάννης Ρίτσος
 Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις  εκεί που πάει να σκύψει

με το σουγιά στο κόκκαλο με το λουρί στο σβέρκο

Νάτη πετιέται απο ξαρχής κι αντριεύει και θεριεύει

και καμακώνει το θεριό  με το καμάκι του ήλιου

 

76. Μάνα μου και Παναγιά      Τάσος Λειβαδίτης
Ο ήλιος ήσουν κι η αυγή             της νύχτας το φεγγάρι

της μάνας μου ήσουν η ευχή            της Παναγιάς η χάρη

Έφυγες και κλαίει ο άνεμος το κύμα           κλαίνε τ' άστρα κι η νυχτιά

κλαίει κι η μάνα μου στο μνήμα               κλαίει, κλαίει κι η Παναγιά

Στον πυρετό ήσουνα δροσιά                  κερί μες στο σκοτάδι

άστρο στην κοσμοχαλασιά                          βασιλικός στον Άδη

Έφυγες και κλαίει ο άνεμος το κύμα   κλαίνε τ' άστρα κι η νυχτιά

κλαίει κι η μάνα μου στο μνήμα     κλαίει, κλαίει κι η Παναγιά

 

77. Λίγο ακόμα                 Γιώργος Σεφέρης
 Λίγο ακόμα θα ιδούμε Λίγο ακόμα θα ιδούμε

Τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν    τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν    τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν

 Λίγο ακόμα θα ιδούμε Λίγο ακόμα θα ιδούμε

τα μάρμαρα να λάμπουν, να λάμπουν στον ήλιο κι η θάλασσα να κυματίζει

 Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε  λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα

Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα

 

78. Χρυσοπράσινο φύλλο   Λεωνίδας Μαλένης
 Γη της λεμονιάς, της ελιάς γη της αγκαλιάς, της χαράς

γη του πεύκου, του κυπαρισσιού των παληκαριών και της αγάπης

Χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο

Γη του ξεραμένου λιβαδιού γη της πικραμένης Παναγιάς

γη του λίβα, τ' άδικου χαμού τ' άγριου καιρού, των ηφαιστείων

Χρυσοπράσινο φύλλο  ριγμένο στο πέλαγο

Γη των κοριτσιών που γελούν γη των αγοριών που μεθούν

γη του μύρου, του χαιρετισμού Κύπρος της αγάπης και του ονείρου

Χρυσοπράσινο φύλλο  ριγμένο στο πέλαγο

 

80. Πέντε πέντε δέκα  Βάρκα στο γιαλό    Μίκης Θεοδωράκης

Πέντε πέντε δέκα     δέκα δέκα ανεβαίνω τα σκαλιά

για τα δυο σου μάτια   για τις δυο φωτιές

που όταν με κοιτάζουν    νιώθω μαχαιριές.

Βάρκα στο γιαλό      βάρκα στο γιαλό γ  λάστρα με ζουμπούλι και βασιλικό.

Πέντε πέντε δέκα    δέκα δέκα θα σου δίνω τα φιλιά.

Κι όταν σε μεθύσω    κι όταν θα σε πιω θα σε νανουρίσω  με γλυκό σκοπό.

Πέντε πέντε δέκα      δέκα δέκα κατεβαίνω τα σκαλιά

φεύγω για τα ξένα   για την ξενιτιά    και μην κλαις για μένα αγάπη μου γλυκιά.

 

Κι ακόμα

Πάλης ξεκίνημα   Αλέκος Παναγούλης
 Πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες             Οδηγοί της ελπίδας οι πρώτοι νεκροί.

Όχι άλλα δάκρυα, κλείσαν οι τάφοι         Λευτεριάς λίπασμα οι πρώτοι νεκροί.

Λουλούδι φωτιάς βγαίνει στους τάφους         Μήνυμα στέλνουν οι πρώτοι νεκροί.

Απάντηση θα πάρουν ενότητα κι αγώνα          Για να ‘χουν ανάπαυση οι πρώτοι νεκροί.

 

Μην ξεχνάς τον Ωρωπό    Μίκης Θεοδωράκης
 Ο πατέρας εξορία και το σπίτι ορφανό ζούμε μες στην τυραννία, στο σκοτάδι το πηχτό

Κι εσύ λαέ βασανισμένε, μην ξεχνάς τον Ωρωπό.

Κλαίει κι η μάνα τώρα μόνη, κλαιν τα δέντρα, τα πουλιά στην πατρίδα μας νυχτώνει, ορφανή η αγκαλιά

Κι έσυ λαέ βασανισμένε, μην ξεχνάς τον Ωρωπό

Μες στα σύρματα κλεισμένοι, μα η καρδιά μας πάντα ορθή πάντα ο ίδιος όρδος μένει, λευτεριά και προκοπή

Κι εσύ λαέ βασανισμένε, μην ξεχνάς τον Ωρωπό

 

Η Μάγια   Οδυσσέας Ελύτης
Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά  μέσ' απ' τους ουρανούς περνά.

 Κάποτε λίγο σταματά στο φτωχικό μου και κοιτά.

-Γειά σας τι κάνετε; Καλά;-Καλά. Πώς είναι τα παιδιά;

-Τι να σας πω εκεί ψηλά τα  τρώει τ' αγιάζι κι η ερημιά.

-Γι αυτό πικραίνεσαι κυρά, δε μου τα φέρνεις εδωνά;

-Ευχαριστώ μα 'ναι πολλά θα σου τη φάνε τη σοδειά.

-Δώσε μου καν την πιο μικρή  τη Μάγια την αστραφτερή.

 Λάμπουνε γύρω τα βουνά,  τα χέρια μου βγάνουν φωτιά.

 Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά  φεύγει και μ' αποχαιρετά.

 

Η νήσος των Αζορών    Μέντης Μποσταντζόγλου

Ένα πλοίον ταξιδεύον με υπέροχον καιρόν

αιφνιδίως εξοκείλει ανοιχτά των Αζορών.

Κι ένας νέος με μιαν νέα, ωραιότατα παιδιά

φθάνουν κολυμβών γενναίως εις πλησίον αμμουδιά.

Ζώντας βίον πρωτογόνου και ο νέος με την κόρη

κοίταζαν και κάπου κάπου εάν έρχεται βαπόρι.

Αλλά φθάσαντος χειμώνος και μη φθάνοντος βαπόρι

απεβίωσεν ο νέος και απέθανεν η κόρη.

Αργότερα αργότερα πλησίασαν δυο κότερα

ήρθε κι ένα βαπόρι ματαίως ψάχνον για να βρει

ματαίως ψάχνον για να βρει τον νέον και την κόρη.

Κατηραμένη νήσος, νήσος των Αζορών,

που καταστρέφεις νέους και θάπτεις των κορών.

Να πέσει τιμωρία από τον ουρανόν

να λείψεις απ’ τους χάρτας και των ωκεανών.

 
 
 

REBETICO

REBETICO

LA MUSICA DEI GRECI DELL'ASIA MINORE

Rebetico è la musica suonata e cantata dai Rebetes. Il termine “rebetico” implica un attributo. Descrive un tipo caratteristico di uomo, di mentalità, di comportamento, di posizione e di modo di vivere particolari. Il Rebetis è un anticonformista per eccellenza. Egli rifiuta il potere istituzionale, ma in nessun caso aderisce ad azioni militari contro di esso. Si propone come elemento esterno alle conformità sociali, essendo così considerato spesso un emarginato. Malgrado questo, non si identifica con il mondo sotterraneo. E’ volontariamente provocatorio, adotta una lingua “slang” e quasi sempre indossa un’arma. Un Rebetis comunque appartiene alla gente povera, comune e non privilegiata. L’istituzione lo denomina “straniero”.

La parte basilare della musica “Rebetico” ha le sue radici nell’area geografica della Grecia moderna. La prigione e i cosiddetti“tekedes”, i caffé in cui i Rebetes si ritrovavano a fumare hashish, erano i luoghi principali dove il Rebetico di suonava e veniva ascoltato, esclusivamente da uomini; gli strumenti principali erano il bouzouki e il baglamas. Alla fine del XIX secolo, comparve un altro genere di musica: “il caffé Aman” emerse nei grandi agglomerati urbani della Grecia, ma soprattutto nell’Asia Minore, come Costantinopoli e Smirne. Si trattava di caffé musicali, in cui i greci di classe media si intrattenevano. La musica suonata nei caffé Aman era ricca ed astuta, capace di soddisfare le richieste e il gusto di un pubblico colto e di alto rango, sia socialmente che per quanto riguardava la loro educazione. 

Molti rifugiati si unirono ai Rebetes, familiarizzando con i loro strumenti e la loro musica. Di conseguenza, gli uomini d’affari rifugiati aprirono i loro “caffé Aman” nei quali i musicisti Rebetes vennero impiegati. Quindi, dal momento in cui il Rebetico uscì dai limiti ristretti della prigione e dai tekedes, cominciò ad attirare più ampi strati sociali. Nel frattempo la musica folk greca, prodotto di una società agricola, aveva raggiunto gradualmente il punto di saturazione. Dopo una lunga fioritura essa non poté ispirare altro, a causa di un nuovo sviluppo urbano. Lo spacco era evidente; l’unione di due mondi, i rifugiati ed i rebetes, arrivò a riempirlo. In questo modo si crearono le circostanze affinché il Rebetico si allargasse a livello nazionale.

Όταν η Μαρία Κάλλας λεγόταν Μαρία Καλογεροπούλου

Όταν η Μαρία Κάλλας λεγόταν Μαρία Καλογεροπούλου

 

Μαρία Κάλλας (1923-1977)

Ο Γιώργος Λαζαρίδης θυμάται τη γειτονία του με την Μαρία Κάλλας, την εποχή του πολέμου με τους Ιταλούς και αργότερα της γερμανικής κατοχής:

Ήταν μια οικογένεια που είχε νοικιάσει το διπλανό μας τριάρι πριν από ένα μήνα, σύμφωνα με την τότε συνήθεια να γίνονται ομαδικά οι μετακομίσεις και να γεμίζουν οι δρόμοι ενοικιαστήριο κάθε Σεπτέμβριο.
Η μία από τις δύο κοπέλες, αν και λίγο μεγαλύτερη, έτρεμε από το φόβο της, σε αντίθεση με τη μικρότερη, μια παχουλή, γύρω στα δεκαέξι με δεκαεφτά, μελαχρινή, με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, που παρακολουθούσε την κατάσταση ψύχραιμη, ατάραχη, σχεδόν παγερή, κρατώντας μια περίεργη απόσταση από τους δικούς της.
Σε μια στιγμή άκουσα τη μητέρα της να της λέει οργισμένη:
«Αναίσθητη σαν τον πατέρα σου κι εσύ! Μίλα λίγο στην αδελφή σου να της περάσει ο φόβος, δεν την βλέπεις πώς είναι;»
«Θα της περάσει…» ήταν η απάντηση.
Και γυρίζοντας την πλάτη, ξαναμπήκε μέσα, εντελώς αδιάφορη τόσο για τον πανικό της αδελφής της όσο και για τον πόλεμο που έμπαινε πια μέσα στα σπίτια μας, ίσως γιατί από τότε προετοιμαζόταν για τις προσωπικές της μάχες που θα τις έδινε μόνη της ύστερα από λίγα χρόνια σε κάποια άλλα μέτωπα.
Ήταν η Μαρία Καλογεροπούλου.
Γειτόνισσά μου για τρία ολόκληρα χρόνια, μέσα στον πόλεμο και στην Κατοχή. Όταν αργότερα την έβλεπα στις φωτογραφίες των εφημερίδων να θριαμβεύει ως «Μαρία Κάλλας» δε νομίζω να είχε αλλάξει σε τίποτα η σκληράδα που είχε το βλέμμα της εκείνο το πρώτο πολεμικό μας απόγευμα.
Αυτή η σχεδόν εξ επαφής γειτονία μου με τη Μαρία Καλογεροπούλου μού έδωσε το προνόμιο, πολύ πιο πριν και από τον Μενεγκίνι και τον Ωνάση, και χωρίς μάλιστα να μου στοιχίσει και τίποτα, να είμαι ένας τόσο κοντινός ακροατής της, επειδή τα παράθυρα στις τουαλέτες των δύο διαμερισμάτων ήταν σχεδόν κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο.
Έτσι, λοιπόν, όταν μελετούσε ώρες ατελείωτες, επίμονη, ακούραστη, χωρίς να ενδιαφέρεται για τίποτ’ άλλο, πότε μόνη της και πότε με την περίφημη δασκάλα της φωνητικής, την Ελβίρα ντελ Ιντάλγκο, μπορούσα να ακούω όλες εκείνες τις μελοδραματικές άριες με την άνεσή μου χωρίς να πληρώνω και εισιτήριο. Δεν ήταν, βέβαια, η τουαλέτα μας εφάμιλλη ενός θεωρείου της Σκάλας του Μιλάνου ή της Μετροπόλιταν Όπερας της Νέας Υόρκης, αλλά το να ακούς τη Μαρία Κάλλας σε απόσταση αναπνοής, άξιζε τη θυσία μιας τόσο άβολης όσο και εντελώς ασυμβίβαστης θέσης με τη μουσική μυσταγωγία!
Μόνο που τότε δεν ήξερα πόσο μεγάλο ήταν εκείνο το προνόμιο!

 

Η αλήθεια είναι ότι, επειδή δεν μπορούσα να προβλέψω την καταπληκτική της εξέλιξη ούτε και να εκτιμήσω από τόσο νωρίς το ανεκτίμητο λαρύγγι της, είχα την απορία γιατί δε μας τραγουδούσε και κανένα πιο ευχάριστο τραγούδι της εποχής αντί για εκείνες τις μακροσκελέστατες άριες, που καμιά φορά με αγρίευαν κιόλας, γιατί δεν το κρύβω ότι ποτέ, μέχρι και σήμερα, δεν έτρεφα ιδιαίτερη συμπάθεια σε μερικές μελοδραματικές άριες που ξεπερνούν τα όρια της αντοχής ακόμα και των πιο μυημένων κι ας μην το δείχνουν.
Όπως και κανένας στην πολυκατοικία μας δεν τολμούσε να της το πει όταν την συναντούσε στην ξύλινη σκάλα της εισόδου, εκτός από μια χοντρή Πολίτισσα του δεύτερου ορόφου, που η μάνα μου την είχε βαφτίσει «Λακέρδα». Αυτή, λοιπόν, η κυρία «Λακέρδα» κάποια μέρα τη σταμάτησε για να της πει:
«Αμάν, μπρε κορίτσι μου, τι να σε πω, ωραία για είναι η φωνή σου, αλλά μας έπρηξες το τζιγέρι. Γι’ αυτό πες μας και κανένα πολίτικο, ν’ ανοίξει η καρδούλα μας…»
Η Μαρία, αντί για απάντηση, την κεραυνοβόλησε, με ένα άγριο βλέμμα της περίπου σαν εκείνο – για όσους έχουν δει τη φωτογραφία - με το οποίο αντιμετώπισε σαν λέαινα το δικαστικό κλητήρα που τόλμησε κάποτε να την αγγίξει για να της επιδώσει μια δικαστική απόφαση για φόρους που όφειλε στο αμερικάνικο Δημόσιο. Και ύστερα έτρεξε να μπει στο διαμέρισμά τους, αφήνοντας σύξυλη τη «Λακέρδα», που σταυροκοπήθηκε μουρμουρίζοντας:
«Τι να σε κάνω; Έπρεπε να σε είχα κόρη μου να σε έλεγα εγώ…»
Την ίδια απόσταση κρατούσε απ’ όλους μας. Αιτία μπορεί να αποτελούσε το οικογενειακό τους πρόβλημα, λόγω του χωρισμού του πατέρα της από τη μητέρα της, αλλά δεν αποκλείεται να οφειλόταν και στη βαθιά της πεποίθηση ότι ήταν άτομο προικισμένο που δικαιούνταν να έχει αυτή την υπεροψία, αδιαφορώντας τελείως για το αν ο άλλος θα τη θεωρούσε πρόσωπο συμπαθές ή όχι.

Μια μέρα που ήρθαμε πρόσωπο με πρόσωπο, πάλι στις σκάλες της πολυκατοικίας, ήταν φορτωμένη με μερικά βιβλία με νότες και όπως παραπάτησε σκορπίστηκαν οι σελίδες γύρω της.
Έσκυψα αμέσως να τη βοηθήσω. Ήταν και μια αφορμή για να της μιλήσω.
«Τραγουδάτε πολύ ωραία», της είπα μάλλον αδέξια.
Μου απάντησε ψυχρά:
«Ευχαριστώ πολύ».
«Σας ακούω από δίπλα».
Και δείχνοντας την πόρτα του δεύτερου ορόφου όπου έμενε η χοντρή Πολίτισσα, συμπλήρωσα:
«Και μ’ αρέσουν πάρα πολύ όλα αυτά που τραγουδάτε».
Σαν να της έλεγα ότι δεν είμαστε όλοι κολιοί και λακέρδες από το ίδιο βαρέλι.
Μαλάκωσε και κοντοστάθηκε.
«Σ’ αρέσουν οι άριες;» με ρώτησε.
«Δεν ξέρω, δεν έχω πάει ποτέ μου. Δεν έτυχε…»
«Όταν θα πας, τότε θα καταλάβεις. Είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να γίνει».
«Αν κρίνω από τη φωνή σας…»
Ήταν τόσο αδέξιο το κοπλιμέντο μου, δεκατριάρης τότε εγώ, που την έκανε να γελάσει και βιάστηκε να δικαιολογηθεί:
«Πρέπει να μελετάω πολλές ώρες κάθε μέρα. Άλλωστε, δεν πρόκειται να σας ενοχλώ για πολύ καιρό».
«Θα φύγετε;» τη ρώτησα.
«Ναι. Ο πατέρας μου μένει στην Αμερική και προσπαθώ να πάω εκεί».
«Θα γίνετε τραγουδίστρια;»
Πριν τελειώσω την ερώτηση, βιάστηκε να μου απαντήσει με μια σιγουριά που δε σήκωνε αντιρρήσεις:
«Ναι. Θα γίνω. Είμαι άλλωστε… Δουλεύω στη Λυρική Σκηνή».
Και σφίγγοντας τα βιβλία με τις νότες έτρεξε και μπήκε στο σπίτι τους. Σ’ αυτά τα στεγανά που τα ήθελε με όσους την πλησίαζαν πιθανόν να βοηθούσαν και οι όχι καλές σχέσεις της με τη μητέρα της, η οποία είχε φανερή αδυναμία στη μεγαλύτερη κόρη της, την Τζάκι.
Για να μην πω ότι και τα υπερβολικά κιλά για την ηλικία της την έκαναν κάθε άλλο παρά ερωτική και προσεγγίσιμη, γι’ αυτό και αργότερα έδωσε τη μάχη της για να τα ελαττώσει, φτιάχνοντας μια εμφάνιση που δεν είχε απολύτως καμία σχέση με το νεανικό της σουλούπι.

 

Και για να κλείσω τη γνωριμία μου με τη Μαρία Καλογεροπούλου, θα θυμηθώ ένα βράδυ του 1944 – θα πρέπει να ήταν Σεπτέμβριος – όταν αργά και λίγο πριν σταματήσει νυχτερινή κυκλοφορία μια μεγάλη μαύρη γερμανική λιμουζίνα ήρθε και στάθμευσε μπροστά από την εξώπορτα της πολυκατοικίας μας, για να κατέβει η Μαρία με ένα μακρύ άσπρο φόρεμα και μια ανθοδέσμη στα χέρια. Τη συνόδευαν η μητέρα της, και από δίπλα η Τζάκι, υποχρεωμένη να κάνει τα ξινά γλυκά, ενώ ένας Γερμανός αξιωματικός τις αποχαιρέτισε με ένα ιπποτικό χειροφίλημα, κάνοντας με τις μπότες του ένα ηχηρό κλακάρισμα που αντήχησε σαν βαρελότο στον έρημο δρόμο.
Το επόμενο πρωί στις πίσω πόρτες της κουζίνας που γειτόνευαν, η μάνα μου, πάντα περίεργη, ρώτησε την κυρία Καλογεροπούλου τι είχε συμβεί και εκείνη, με ύφος απέραντης ικανοποίησης, της απάντησε:
«Η Μαρία μας, κυρία Λαζαρίδου, τραγούδησε χτες το βράδυ στο Ηρώδειο Φιντέλιο του Μπετόβεν με μαέστρο τον Χερν Χανς Χέρνερ της Συμφωνικής Ορχήστρας του Βερολίνου».
«Για τους Γερμανούς δηλαδή…» έσπευσε να την καρφώσει η μάνα μου, που δεν ήταν και τόσο ενημερωμένη για το πόσο σπουδαίος αρχιμουσικός ήταν ο Χερν Χανς Χέρνερ, από τους ιδιαίτερα ευνοούμενους του Τρίτου Ράιχ, προσθέτοντας με σημασία:
«Μπράβο! Προοδεύει η κορούλα σας».
Η κυρία Καλογεροπούλου έκανε πως δεν κατάλαβε και συνέχισε:
«Δυστυχώς, δεν είχαμε παραπάνω προσκλήσεις για να ερχόσασταν κι εσείς…»
Για να πάρει την απάντηση από τη δική μου που εννοούσε να έχει πάντα την τελευταία λέξη:
«Ευχαριστούμε πολύ, αλλά γιατί να μπαίνατε στην υποχρέωση αφού δεν θα ερχόμασταν, γιατί από εκεί πάνω εμείς πώς θα γυρίζαμε;»
Εννοώντας τη γερμανική λιμουζίνα που την είδε και τη σχολίασε όλη η γειτονιά, μέχρι και ο αντικρινός μας μπακάλης, ο κυρ Βασίλης, ο οποίος μοιράζοντας φασόλια με το δελτίο έσκυβε για να προσθέσει χαμηλόφωνα μεγαλοποιώντας το γεγονός:
«Να προσέχετε πώς μιλάτε μπροστά τους, γιατί μπορεί να είναι κατάσκοποι της Γκεστάπο…»
Για να συμπληρώσει η «Λακέρδα»:
«Άμα είναι να γίνουμε το ένα μας με τους Γερμανούς, το ξέρουμε κι εμείς».
Δηλαδή τι να γινόταν; Το πολύ πολύ από λακέρδα με τα υπερεκχειλίζοντα πάχη της να προβιβαζόταν σε φάλαινα κανονική…
Από εκείνη τη μέρα όλη η γειτονιά απέφευγε να τις χαιρετάει. Έκανε… αντίσταση!
Κάτι που δε νομίζω να στενοχώρησε καθόλου τη Μαρία, αφού έτσι κι αλλιώς ούτε κι εκείνη ήθελε να έχει καμία σχέση μαζί τους.
Άλλωστε, οι περισσότερες εφημερίδες που κυκλοφορούσαν τότε αφιέρωναν υμνητικές κριτικές για το καινούριο «φωνητικό φαινόμενο» που είχε αποδώσει με τόσο τέλειο τρόπο την Ελεωνόρα από τον Φιντέλιο του Μπετόβεν χωρίς να τους είναι εντελώς άγνωστη, αφού είχαν ήδη προηγηθεί μερικές σποραδικές εμφανίσεις της. Ήταν οι προάγγελοι ότι θα γινόταν η μεγαλύτερη ντίβα του αιώνα μας.
Ύστερα από λίγο καιρό η οικογένεια Καλογεροπούλου έφυγε από τη γειτονιά μας. Τη μέρα της αναχώρησης βρεθήκαμε με τη Μαρία πάλι στην είσοδο της πολυκατοικίας.
«Σας εύχομαι καλή πρόοδο», της είπα.
Με ευχαρίστησε και συμπλήρωσε:
«Κι εσύ. Όταν αγαπήσεις την όπερα, θα νιώθεις ότι είσαι ψηλότερα από τους άλλους».
Ήμουν, αν δεν κάνω λάθος, ο μοναδικός άνθρωπος που αποχαιρέτισε φεύγοντας από εκεί.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ «ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ – ΜΙΑ ΖΩΗ ΣΙΝΕΜΑ» Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

Rebetikο, il blues dell’Egeo di Salvatore Pironti

Rebetikο, il blues dell’Egeo

di Salvatore Pironti

 

Chi fra i tanti visitatori della Grecia, e noi tra questi, non ha colto la magia del suono della lingua greca? Il vocio intenso e partecipato sottolinea i gesti del vivere quotidiano, si esprime attraverso modi intrinsecamente musicali eco di un’antica melodia che non riesce a spegnersi. Nei mercati, nei caffé, negli autobus, dovunque, per non dire della liturgia ecclesiastica, origine di ogni canto, impensabile senza il suo andamento melico. Qualcosa ci ricorda che la cultura di un popolo non passa solo attraverso documenti storici, ma come corrente lo percorre di bocca in bocca.

La storia è nota, potremmo partire dai poemi omerici, cristallizzazione di un lungo percorso poetico discendente dalla tradizione orale. La poesia, infatti, non era destinata alla lettura individuale, ma alla performance pubblica, affidata all’esecuzione di un singolo o di un coro con l’accompagnamento di uno strumento musicale, senza per altro escludere la danza. Nella poesia greca vi era una stretta correlazione tra realtà sociale e politica ed il concreto agire dei singoli nella collettività. Patrimonio comune: il mito.

Il termine  µουσική designava la poesia nel suo insieme quale comunione di parole e musica. Qualcosa di molto vicino al nostro concetto di canzone; e la canzone popolare attingendo alla ricchezza della trasmissione e della tradizione orale è qualcosa di analogo al concetto di poesia come era concepito dagli antichi greci.

La musica popolare nella sua formulazione indipendente dalla cultura dominante “ufficiale” proseguiva per sua natura il patrimonio orale della poesia greca nella composizione, nella comunicazione e nella trasmissione; e la rebetika come manifestazione della cultura popolare è, secondo l’opinione di molti, l’ultima espressione storica della tradizione orale della canzone ellenica.

 

LA STRUTTURA DELLA REBETIKA: I DROMI

La canzone rebetika è scritta a ritmo di danza, ciò non significa che debba necessariamente essere ballata, ma che i tre elementi: canzone, ritmo di danza e accompagnamento musicale sono sempre presenti. È innegabile che la musica rebetika abbia subito, anche dal punto di vista terminologico, l’influsso della musica turca, dunque considerare la rebetika come una variante della musica popolare del mediterraneo orientale la cui origine risale ad arabi e bizantini.

Melodie, quelle popolari greche, affini a quella demotica ed ecclesiastica. Questo significa che le canzoni  rebetika non sono basate su scale di maggiore o minore, come nella musica occidentale, ma su un tipo modale (1) che può anche essere compilato in forma di scala, che ha frasi caratteristiche o modelli di movimento. In questo caso alcune note sono più importanti di altre e alcune relazioni sono enfatizzate.

Come nella musica araba dove sono presenti centinaia di modi o makam ciascuno dei quali sentito come possedesse un carattere speciale, adeguato ad una particolare emozione, umore, tempo, giorno etc., un po’ come i rag della musica indiana. I primi musicisti di rebetika conservarono per un po’ la parola turca che assumerà in seguito la dizione di dromo (strada).

“Quando scrivi una canzone triste, non puoi metterle un dromo rast. Il dromo deve essere solidale alla musica e alle parole… affine al sentimento che hanno le parole così deve essere il dromo”(2).

Così anche la parola, di origine araba, taximi sta ad indicare la (spesso lunga) introduzione musicale nella quale il musicista esplora i dromi in cui la canzone sarà sentita. “il  taximi è facoltativo e si chiama in questo modo perché sistema le note secondo il suo spirito”(3). I  dromi più importanti sono 12 tra cui quelli rast, haizen, hirat, ousak etc..

STRUMENTI

Originariamente nella canzone  rebetika erano usati per l’accompagnamento una varietà di strumenti molto ampia, dal vecchio  oudouti, al sanduri, al violino, alla fisarmonica e innumerevoli altri. Come abbiamo

visto il  buzuki e il  baglama divennero presto i veri strumenti delle  rebetika,soprattutto il  buzuki più semplice da suonare per le sue dimensioni e una gamma di suoni più ampia e più vicina, in altezza, alla voce maschile.

DANZA

Nei caffè aman erano eseguite danze che provenivano un po’ da tutta l’area dell’impero ottomano.

Fra le tante furono lo  zebekiko (nel caratteristico ritmo di 9/8) e il hasapiko (lento o, veloce: hasaposerviko) danza del macellaio, quelle maggiormente usate dai rebetis.

“Tutte le canzoni rebetika si danzano. Circa la metà sono zebekiko  l’altra metà hasapiko. Lo zebekiko è

un ballo individuale. Ogni mangas balla a modo suo, assolutamente personale. Il ballerino di zebekiko danza guardando a terra. Il volto serio, quasi minaccioso. Quando suona l’orchestra in pista danza un solo mangas… Il hasapiko è danzato da due o tre mangas che devono essere amici straordinari, poiché questa danza ha bisogno di un sincronismo perfetto dei movimenti”(4).

Potrà sembrare a qualcuno che da un punto di vista esclusivamente musicale la canzone rebetika possa considerarsi non più interessante e creativa di altre forme della musica popolare greca, che i suoi versi nel migliore dei casi possano risultare composizioni originali come i demotici canti Klefti, banali nel peggiore. Che tutto sommato la danza costituita da passi semplici, per i quali non è previsto un grande impegno fisico, non sia l’apoteosi della destrezza. C’è da chiedersi allora da dove derivi la magia di questa musica. È anche vero che i suoi migliori rappresentanti, da Vanvakaris a Tsitsanis si sono rivelati straordinari esecutori, ma non è ciò in questione. Ciò che importa è la coesione e la coerenza tra vita ed arte, tra musica ed espressione di un’umanità che coglie in pieno non solo la lotta per sopravvivenza, ma i segni epocali di un passaggio storico. “Le canzoni rebetika sono le canzoni delle anime ferite, dei semplici, dei poveri, degli amanti non corrisposti”.

Dopo i rebetis la musica non sarà più la stessa, ma anche il mondo sarà cambiato, ed anche se οι µάνγκες δεν υπάρχουν πια, (I mánghes non esistono più) la loro musica è ancora capace di commuovere ed

eccitare l’ascoltatore. Questo è qualcosa che ha che fare con l’unità di questi uomini e della loro musica.

Il rebetiko è la chiara esemplificazione di come la sorgente oscura del canto riveli la profonda radice popolare di quella musica, il canto diventa di tutti perché risponde agli affetti naturali, ai costumi, alle tradizioni del popolo, e non a caso ancora oggi quei contenuti e quella formulazione fanno della musica greca un patrimonio culturale senza pari in Europa.

IL CAMBIAMENTO, LE CONSEGUENZE DELLA CATASTROFE DELL’ASIA MINORE

In quegli anni la Grecia, fu interessata da intensi flussi migratori sia interni che esterni. Il raddoppiamento della superficie nel 1912, ma soprattutto la catastrofe dell’Asia Minore del 1922, provocarono un massiccio arrivo di profughi sconvolgendo la già debole struttura economica e sociale dello stato greco.

I profughi con il loro carico di tradizione e di musica contribuirono alla ulteriore diffusione dello stile musicale detto smirneico, già noto attraverso gli aman.

Diverse le modalità di composizione e rappresentazione tra rebetikosmirneico. Al contrario del rebetiko, i versi dello smirneico, a parte quelli tradizionali, avevano una struttura molto semplice, generalmente in rima, onde favorire l’improvvisazione. Nella rebetika i versi cominciano ad arricchirsi, diventano più forti, riflettendo spesso la condizione sociale dell’autore che spesso è anche esecutore. Altra fondamentale differenza è il clima esotico, orientaleggiante che si respirava negli aman, dove la donna era al centro dello spettacolo sostenuta da un’orchestra, detta compagnia, composta da molti strumenti(5). Il rebetis è un eroe solitario e i principali strumenti adottati sono il buzuki e il baglamas.

“Dal 1938, circa, in poi il rebetiko diviene autosufficiente e avendo preso ormai ciò che doveva, prosegue da solo. Sostanzialmente caratteristico è il fatto che, mentre nei primi due versi abbiamo una sola

voce, nel terzo e quarto vi sono due o più, dove una, spesso, è femminile; quasi sempre quando escono

le altre voci, sentiamo una nuova frase musicale. Questo tipo di canzone accomuna quasi tutti i compositori del periodo classico, da Toundas a Baiadera a Tsitsanis a Papaioannou.” (Marangakis)

MALAVITA (6)

I grandi centri del XVIII secolo: Smirne, Salonicco,Siros, Kavala, Costantinopoli, Volos, erano città dove, prima che Atene si sviluppasse, avevano una loro vita autonoma, commercio, industria, e avevano un carattere cosmopolita. Queste città, non a caso erano tra i porti più importanti del mediterraneo orientale. Vi si formò abbastanza presto una piccola borghesia, un ceto popolare tra cui possiamo inserire i lavoratori portuali e delle fabbriche, i pescatori, ma anche i lavoratori saltuari e quanti giravano nel sottobosco microcriminale, quelli che in termini generali potremmo associare alla malavita. Musica animata da uno spirito autenticamente ellenico reinterpretato, a sua volta, dalla sensibilità di alcuni dei musicisti più geniali e visionari che la Grecia abbia mai avuto. La canzone rebetika era la canzone della malavita greca, era, più esattamente, la canzone dei rebetis.

“Questi uomini avevano una loro vita sociale, completamente separata da quella borghese, vivevano in determinati quartieri detti  machalas (rione). Anche lo svago del rebetis e dell’uomo del popolo in generale, era diverso da quello del borghese o del paesano. Non possedendo l’organizzazione sociale tipica del paese o la vita regolata e rispettosa del borghese, il  rebetis cercava di divertirsi ogni volta che aveva un po’ di soldi in tasca. Non si aspettavano le feste patronali, le nozze, la domenica, come il paesano o il borghese” (Politi).

I profughi dell’Asia Minore pur non appartenendo alla malavita, finirono per condividere le condizioni sociali dell’emarginazione di cui erano i  rebetis  l’espressione più diretta. Le canzoni dei profughi, in congiunzione alla tradizione demotica ed al patrimonio musicale delle isole, costituirono il substrato che condusse alla creazione della rebetika.

La grande carica innovativa ed emotiva, nonché la professionalità dei musicisti provenienti dall’Asia Minore influenzò senza dubbio lo stile dei rebetis, come i musicisti microasiatici finirono per adottar forme e modi della canzone rebetika. Del resto non vi era una rigida delimitazione di spazi.

I luoghi di esibizione spesso combinavano i due aspetti, aman e tekès, caffè e taverne rappresentavano territori di libero scambio dell’ispirazione musicale, anche se il codice rebetiko restava in parte, per certi versi ideologicamente, chiuso in una sorta di purezza che potremmo definire “manghitudine” “Generalmente, sostiene Petropulos, si può dire che il rebetis o mangas è una persona che vive in una sua maniera originale al di là dalle convenzioni sociali. Il rebetis ha disprezzo delle cose consacrate: non si sposava, non prendeva sottobraccio la sua amica, non indossava colletto o cravatta, camminava piegato, odiava mortalmente gli sbirri, disprezzava il lavoro, non usava mai ombrello, aiutava i deboli, fuma  hashish, reputava la prigione segno di valore, etc.”

Normalmente, i musicisti, i rebetis non godevano di buona fama, erano spesso coinvolti in risse, contrabbando e altre baruffe di strada, alimentavano essi stessi questa immagine, per questo il buzuki era considerato uno strumento sospetto come ricorda il Baiadera.

La distinzione tra rebetis e mangas è storicamente difficile e non sempre chiara nella lingua comune. Per quanto concerna le canzoni, è storicamente accertato che negli anni 30 dello scorso secolo la parola rebetis circolava e identificava persone che agivano nell’ambito musicale dei buzuki. A riguardo il compositore Kostas Birbas dice “…è sbagliato confondere il  rebetiko con il  manghico… ce n’erano di canzoni scritte da Marco, Batis e altri…. le  rebetika cominciano a prendere un’altra forma, abbandonano pian piano le parole dei mangas, e in molte canzoni la musica si addolcisce…”

 

NOTE

1) Modalità: termine usato nella teoria musicale occidentale, e per estensione nelle teorie concernenti altre culture antiche e

orientali (greca,indiana, cinese, araba) per indicare un particolare sistema organizzato di intervalli adottato nella pratica musicale. Secondo i teorici greci, le melodie erano contraddistinte da un carattere (ethos) particolare l’armonia basata su queste produceva effetti sulla volontà e sulla psiche umana.

2) Questo il pensiero di Stelios Kiromitis, uno dei grandi rebetis.

3) id.

4) Petropulos, Mikrà rebetika.

5) Accanto a strumenti della tradizione come saz, sanduri, kanoni, vi erano anche clarino, fisarmonica, ed il ritmo di danza era scandito dalla cantante attraverso piccole percussioni o campanelli.

6) Il musicista Baiadera ci invita a distinguere tra ladri e fumatori di hashish, gente tranquilla tutto sommato.

 

Σαντούρι - Κανονάκι

SANTURI E KANONAKI

SANTURI E KANONAKI

 

Questi strumenti sono parenti, perchè hanno entrambi cassa a forma di trapezio e profondità di pochi centimetri. Così, il suonatore non tiene lo strumento in mano ma lo appoggia davanti a sè, orizzontalmente, sulle sue ginocchia,  su un tavolinetto o appeso al collo, quando suona camminando. La grande larghezza della cassa a forma di trapezio (circa 50 cm), permette l’applicazione di un gran numero di corde e così, lo strumento arriva a coprire uno spazio, oltre le tre ottave, con doppie fino a quintuple corde. Si accorda con una chiave a forma di T.

                        Il santuri è conosciuto in tutta la Grecia e specialmente nelle zone costiere, dove si suona ancora oggi. Ha una forma di trapezio, lunghezza che arriva ad un metro e 140 corde. Si suona con 2 martelletti di legno (baghette), che hanno, legato sulla punta,  un pezzettino di pelle o cotone. E’ adatto come primo strumento o per accompagnamento, perciò lo incontriamo sia nelle orchestre continentali, sia nelle isolane e nelle rebetiche.

Nel kanonaki, la cassa ha la parte destra verticale alla base del trapezio e si suona con le penne che vengono applicate sulle dita con fermagli, una all’indice di ogni mano. E’ una specie di arpa orizzontale che, con il nome “psaltìrio”, era conosciuta dall’antichità in forme diverse.

Il kanonaki, ha una particolarità, che gli conferisce il titolo dello strumento perfetto della musica greca ma anche mondiale. Sotto le corde, ha una serie di membrane metalliche mobili che, quando si alzano, funzionano come tasti mobili, cioè diminuiscono di alcuni millimetri la lunghezza della corda. Queste membrane, si chiamano “mandalàkia”. Il suonatore, mentre suona, può alzare o abbassare il “madalàki” desiderato, cambiando così il suono della corda, di un piccolissimo spazio di nota. In questo modo, si dà la possibilità di suonare con assoluta precisione, tutte le note della musica orientale, e di conseguenza, in tutte le sue scale possibili. Con altri strumenti, una cosa simile è impensabile (quando hanno tasti fissi), oppure può essere possibile solo se un suonatore ha incredibili capacità.

Σαντούρι - Κανονάκι