ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Addthis

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Ρητορική

Με τον όρο Ρητορική, (από την ελληνική λέξη ῥήτωρ), στο σύγχρονο εννοιολογικό του πλαίσιο εννοείται εκείνος ο τομέας μελέτης και τεχνικής που ασχολείται με τη σύνθεση του προφορικού και του γραπτού λόγου στις σύγχρονες μορφές εκφοράς του, προκειμένου να καταστεί μέσον πειστικότητας και αποτελεσματικότητας επί κάποιου αιτίου. Η ρητορική είναι μια πολυσύνθετη τεχνική σπουδή.

Ιστορία

Ιστορικά η κλασική ρητορική ανάγεται στη σχολή των προσωκρατικών φιλοσόφων και τους Σοφιστές. Στους μεταγενέστερους μεσαιωνικούς χρόνους έγινε μαζί με τη Γραμματική και τηΔιαλεκτική τμήμα του λεγόμενου trivium, (τριπλής φιλολογικής μελέτης), στον δυτικό πολιτισμό. Στους αρχαίους και μεσαιωνικούς χρόνους η γραμματική σχετιζόταν με την ακριβή και αποτελεσματική χρήση της γλώσσας μέσω της μελέτης και της κριτικής συγκεκριμένων φιλολογικών μοντέλων. Η διαλεκτική με τη σειρά της σχετιζόταν με τη δοκιμασία και επινόηση νέας γνώσης μέσω μιας διαδικασίας ερωταποκρίσεων και τέλος η ρητορική με την πειθώ του δημόσιου προφορικού λόγου, πιθανώς σε πολιτικές συγκεντρώσεις ή σε δικανικές διαδικασίες. Υπό αυτή την έννοια η ρητορική σχετίσθηκε στη σύγχρονη εποχή με τις αποκαλούμενες δημοκρατικές κοινωνίες με δικαιώματα ελευθερίας του λόγου και ελεύθερης συγκέντρωσης, ενώ αυτή η συσχέτιση υπήρχε στον ελλαδικό χώρο από την αρχαιότητα.

Σύγχρονη ρητορική

Οι σύγχρονες σπουδές στη ρητορική θεμελιώνονται σε διαφορετικό φάσμα πρακτικών και νοημάτων απ’ ότι στην αρχαιότητα. Οι μελετητές της ρητορικής θεωρούν ότι η κλασική κατανόηση της ρητορικής είναι περιορισμένη, καθώς η πειθώ εξαρτάται από την επικοινωνία, η οποία με τη σειρά της σχετίζεται με την παραγωγή νοήματος. Έτσι η έννοια της ρητορικής σήμερα περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από την απλή δημόσια επικοινωνία και αλληλεπίδραση. Τούτη η έμφαση στο νόημα και την παραγωγή του έλκει την προσοχή των μελετητών σε ένα μεγάλο σώμα κριτικής και κοινωνικής θεωρίας (βλ. κυρίως Μετα-δομισμός και Ερμηνευτική), καθώς επίσης και στα προβλήματα που εγείρονται εξαιτίας της μεθοδολογίας των κοινωνικών επιστημών. Παρόλο που παραδοσιακά η ρητορική σχετιζόταν με την πολιτική, το δίκαιο, τις δημόσιες σχέσεις, την αγορά και τη διαφήμιση η μελέτη της εισήλθε πλέον σε διαφορετικούς τομείς που σχετίζονται με τις ανθρωπιστικές επιστήμες τη θρησκεία και τις κοινωνικές επιστήμες[1], τη δημοσιογραφία, την ιστορία, τη λογοτεχνία, ακόμα και τη χαρτογραφία ή τηναρχιτεκτονική, ως οπτικές γλώσσες που μεταφέρουν νόημα. Υπό αυτή την έννοια κάθε όψη της ανθρώπινης ζωής που εξαρτάται από τη δημιουργία και και μεταφορά νοήματος εμπλέκει στοιχεία ρητορικής. “Κατά τα τελευταία δέκα έτη, πολλοί μελετητές διερεύνησαν τον ακριβή τρόπο με τον οποίο εμπλέκεται η ρητορική σε ιδιαίτερους τομείς μελέτης

 

Με τον όρο ιστοριογραφία εννοείται το γραπτό αρχείο όσων είναι γνωστά για τον άνθρωπο και τις κοινωνίες του παρελθόντος και αφορά στον τρόπο με τον οποίο προσπάθησαν να κατανοήσουν και τα δύο οι ιστορικοί[1]. Σε έναν εναλλακτικό ορισμό η ιστοριογραφία είναι η συγγραφή της ιστορίας, ιδιαίτερα εκείνη που θεμελιώνεται στην κριτική εξέταση των πηγών και τη σύνθεση επιλεγμένων τμημάτων από αυτές τις πηγές σε μία αφηγηματική συνέχεια που αντέχει στην ακαδημαϊκή δοκιμασία κριτικών μεθόδων[2]. Οι θεματικές ακόμη και οι ιδεολογικές αναλύσεις αυτών των γραπτών αρχείων παράγουν εξειδικευμένες ιστοριογραφίες, όπως είναι για παράδειγμα η μαρξιστική ιστοριογραφία, η αρχαιοελληνική ιστοριογραφία, η ρωμαϊκή ιστοριογραφία κ.ο.κ.

 

 

Ιστοριογραφικές πηγές

Εκτός από την ειδική περίπτωση της προσωπικής μαρτυρίας, τα ιστορικά γεγονότα γίνονται γενικώς γνωστά από πρωτογενείς ή δευτερογενείς πηγές, στις οποίες περιλαμβάνονται οι ζωντανές μαρτυρίες, σώματα κειμένων προηγούμενων ιστοριών, τα απομνημονεύματα, οι βιογραφίες, οι αυτοβιογραφίες[3], οι επιστολές, νομικά και οικονομικά αρχεία δικαστηρίων, νομοθετικών σωμάτων, θρησκευτικών οργάνων, ή των επιχειρήσεων και οι μη γραπτές μαρτυρίες που αντλούνται από τα υπολείμματα προηγούμενων πολιτισμών, όπως η αρχιτεκτονική, ητέχνη και οι τέχνες κ.ά.

Το σύνολο αυτών των πηγών διαμορφώνει το υπόβαθρο, πάνω στο οποίο ο ιστορικός προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τα ιστορικά γεγονότα. Ωστόσο, η σχέση μεταξύ της πληροφορίας και του γεγονότος, είναι τις περισσότερες φορές έμμεση, καθώς φιλτράρεται από πολλαπλές ιδεολογίες και πλαίσια, καθώς επίσης και γλωσσικές εννοιολογικές διαφορές

Ιστοριογραφικά προβλήματα

Ακριβώς όπως συμβαίνει με την ιστορία, η ιστοριογραφία διαμορφώνεται σε μια διακριτή χωροχρονική τιμή, παραδοσιακά εκείνη ενός ιδιαίτερου έθνους-κράτους. Κατά συνέπεια, η ιστοριογραφία παράγει συχνά ερμηνείες των ιστοριογραφικών εξελίξεων σε εθνικά πλαίσια, παραμελώντας τις διεθνείς διαστάσεις των γεγονότων[4]. Στον αντίποδα η υλιστική φιλοσοφία προσπάθησε να καθορίσει την ιστοριογραφία με όρους ιστορικής συνείδησης. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848) από τον Καρλ Μαρξ και τον Φρίντριχ Ένγκελς, για παράδειγμα, ξεκινά με όρους παγκόσμιας ιστοριογραφίας («Η ιστορία όλων των κοινωνιών είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων») κάτι που εξετάζουν οι συγγραφείς μέσω της αποκαλούμενης μαρξιστικής ιδεολογίας και περνά κατόπιν σε μια εξειδικευμένη ιστοριογραφική κριτική του καπιταλισμού και άλλων μορφών πολιτικής αλλαγής, στην τελική υπεράσπιση του κομμουνισμού και της ιδιαίτερης φιλοσοφικής του αντίληψής του για την ιστορική πράξη[5]

Ιδιαίτερη σημασία στην επίλυση, αλλά κυρίως στη συνειδητοποίηση των προβλημάτων της ιστοριογραφίας είχε η ανάπτυξη της φιλοσοφίας της ιστοριογραφίας στον 19ο και 20ό αιώνα. Εξετάζοντας την ιστορία της ταξινόμησης των φιλοσοφιών ο Νίκολας Ρέστσερ (Nicholas Rescher) παρατήρησε ότι η φιλοσοφία της ιστορίας/ιστοριογραφίας εμφανίστηκε ως ανεξάρτητο φιλοσοφικό πεδίο εξαιτίας τη ώθησης που έδωσαν στην ιδέα της φιλοσοφίας οι Φίχτε, Σέλινγκ και Χέγκελ. Από το 1890 έως το 1920 τουλάχιστον στη Βρετανία (σύμφωνα με τηνEncyclopedia Britannica του 1910) η φιλοσοφία της ιστοριογραφίας/ιστορίας, μαζί με την κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία, θεωρείτο υποπεδίο της ηθικής[6]. Ακόμη και στη δεκαετία του 1980 η φιλοσοφία της ιστοριογραφίας φαίνεται πως ανήκε στο φιλοσοφικό υποπεδίο των παράγωγων φιλοσοφιών μαζί με άλλες μεταεπιστήμες όπως η φιλοσοφία των φυσικών και κοινωνικών επιστημών, η φιλοσοφία των μαθηματικών και της λογικής κ.ο.κ.[7]. τούτη η αντίληψη υποβάθμισε οποιαδήποτε προσπάθεια ανάγνωσης των φιλοσοφικών εννοιών που συνδέονταν στενά με την ανάπτυξη της ιστοριογραφίας

Σύντομη ιστορική επισκόπηση

Αρχαιότητα

Η καταγραφή και η ερμηνεία παρελθόντων γεγονότων ξεκίνησε τόσο για τη Δύση όσο και για την Ανατολή μέσω της επανάληψης των μύθων που παραδόθηκαν από προφορικές παραδόσεις. Η επική ποίηση του Ομήρου (περ. 800 ΠΚΕ) ήταν ενα παράδειγμα τέτοιας προφορικής ιστορίας.

Στην κλασική εποχή της αρχαίας Ελλάδας ο Ηρόδοτος ο «πατέρας» της ελληνικής ιστορίας και ο Θουκυδίδης έγραψαν αφηγήσεις σχετικές με γεγονότα της εποχής τους. Ο Ηρόδοτος με την αφήγηση των περσικών πολέμων και ο Θουκυδίδης με την κλασική μελέτη του πελοποννησιακού πολέμου μεταξύ της πόλης των Αθηνών και της Σπάρτης. Και οι δύο κατέγραψαν σύγχρονα ή κοντινά σε χρονική απόσταση γεγονότα στηριγμένοι σε αυτόπτες μάρτυρες ή άλλες αξιόπιστες μαρτυρίες. Επικεντρώθηκαν στον πόλεμο, την ιστορία των θεσμών και τον χαρακτήρα των πολιτικών ηγετών για να δημιουργήσουν την εικόνα της αρχαιοελληνικής κοινωνίας σε περιόδους της κρίσης ή μετάβασης.

Κατά τον 4ο αιώνα ΠΚΕ την ελληνική ιστοριογραφική παράδοση στην ελληνιστική περίοδο συνέχισε ο Ξενοφών, ο Θεόπομπος ο Χίος[8] και ο Έφορος. Στον 2ο ΠΚΕ αιώνα ο ιστορικόςΠολύβιος κατέγραψε τη ρωμαϊκή ιστορία, θέμα που επανέλαβε επίσης ο Στράβων ο Γεωγράφος και ο Διονύσιος Αλικαρνασσέας στον επόμενο αιώνα. Στην ίδια περίοδο ο Πλούταρχοςβιογράφησε επιφανείς Έλληνες και Ρωμαίους, χρησιμοποιώντας ενίοτε δραματικά στοιχεία και ανέκδοτα υλικά για την απεικόνιση χαρακτήρων και την επίδρασή τους στη δημόσια ζωή[9].

Στην Ανατολή και συγκεκριμένα στην Κίνα ο Σίμα Κιάν (περ. 145 – περ. 85 ΠΚΕ) είναι γνωστός ως πατέρας της κινεζικής ιστορίας με το έργο του Σιτζί δηλαδή Αρχεία του Μεγάλου Ιστορικού. Οι ρωμαίοι ιστορικοί όπως ο Πούμπλιος Κορνήλιος Τάκιτος, ο Τίτος Λίβιος και ο Γάιος Σουητόνιος Τρανκουίλος έγραψαν έργα που χρησιμοποιήθηκαν ως πρότυπα απο τους μεταγενέστερους ιστοριογράφους του μεσαίωνα και της αναγέννησης. Στον αραβικό κόσμο ο αλ-Ταμπαρίκ (838 – 923) έγραψε τα Χρονικά, ιστορία του κόσμου από κτίσεώς του έως το 915, ενώ αργότερα ο Ιμπν-Χαλντούν (1332 – 1406) έγραψε το Κιτάμπ αλ-’λμπαρ, δηλαδή το Βιβλίο των Παραδειγμάτων, παράγοντας αφενός μια μείζονα αφήγηση της μουσουλμανικήςιστορίας στη βόρειο Αφρική, αναπτύσσοντας αφετέρου σημαντικές θεωρίες για το ζήτημα της ιστορικής ανάλυσης

Αρχαία μακεδονική γλώσσα

Τα ευρήματα των τελευταίων 10ετιών δίνουν σαφή και κατηγορηματική απάντηση για την απάντηση για την ελληνικότητα της γλώσσας

Κατά την αρχαιότητα ουδέποτε αμφισβητήθηκε η ελληνικότητα της Μακεδονίας. Οι αρχαίοι συγγραφείς συνδέουν γενεαλογικά τους Μακεδόνες με τους Δωριείς ή τους Αιολείς, δηλαδή άλλες ελληνικές φυλές νοτιότερα. Η ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων προκύπτει από τις ιστορικές πηγές, τα γλωσσολογικά δεδομένα και επιβεβαιώνεται με τα πιο πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα. Ολα αποδεικνύουν τη σύνδεση του μακεδονικού χώρου με τον ελλαδικό ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή. Οι εγκυρότεροι Ελληνες και ξένοι μελετητές τεκμηριώνουν το γεγονός και δεν αφήνουν περιθώρια για σοβαρές αμφισβητήσεις.

Κατά την αρχαιότητα, όπως δεν αμφισβητούνταν η ελληνικότητα των Μακεδόνων, έτσι δεν υπήρχε αμφισβήτηση και για το ελληνόφωνο των κατοίκων της.

Διαφωνίες για το θέμα διατυπώθηκαν για πολλούς λόγους, επιστημονικούς και μη, σε πολύ νεότερες εποχές. Από τον 19ο αιώνα ορισμένοι ερευνητές, υπερτονίζοντας υπαρκτά ζητήματα και παραβλέποντας την πληθώρα των στοιχείων περί ελληνικότητας του φύλου και της γλώσσας των Μακεδόνων, ανέπτυξαν διάφορες υποθέσεις. Υποστηρίχτηκε ότι πρόκειται:

  • § Για μια γλώσσα μεικτή με βάση την ελληνική και επιδράσεις θρακο-ιλλυρικές. Είτε και αντιστρόφως, δηλαδή, για θρακο-ιλλυρική με ελληνικές επιδράσεις,
  • § Για ιδιαίτερη ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, που ήταν διαφορετική, όμως, από τις σύγχρονες ελληνικές διαλέκτους.

Τη επιστημονική διαφωνία συντηρούσε, μέχρι πριν από μερικά χρόνια, η απουσία γραπτών μακεδονικών πηγών. Οι γνωστές μακεδονικές επιγραφές, χρονολογημένες από τις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα, ήταν γραμμένες στην Αττική Κοινή, η οποία είχε εξαπλωθεί.

Μέχρι τότε οι σχετικές συζητήσεις-επιστημονικές ή πολιτικο-ιστορικές- στηρίζονταν στις 150 περίπου «γλώσσες» (διαλεκτικές λέξεις), που παρέδωσαν αρχαίοι συγγραφείς και λεξικογράφοι ως μακεδονικές. Οπως, επίσης, στον μεγάλο αριθμό μακεδονικών ονομάτων.

Η ανασκαφική, όμως, έρευνα τις τελευταίες δεκαετίες, με την αποκάλυψη κειμένων στη Μακεδονική, δεν αφήνει περιθώρια για επιστημονικές διαφωνίες περί της ελληνικότητας ή όχι της γλώσσας των Μακεδόνων.

Η απάντηση, λοιπόν, σήμερα στο ερώτημα ποια γλώσσα μιλούσαν οι αρχαίοι Μακεδόνες είναι κατηγορηματική. Μιλούσαν μια ελληνική διάλεκτο.

Αιολική με δωρικά στοιχεία
Η γλώσσα τους, όπως δέχονται σήμερα οι περισσότεροι ειδικοί, ήταν αιολική, ανάμεικτη με δωρικά στοιχεία και προφανώς με άλλες επιδράσεις. Για τη Μακεδονική, εκτός από ορισμένους αρχαϊκούς τύπους, γνωρίζουμε ότι μετέτρεπε συχνά το «φ» σε «β» και μερικές άλλες τέτοιες μεταβολές. Ετσι έλεγαν κεβαλή αντί κεφαλή, Βίλιππος αντί Φίλιππος, Βαλλήνη αντί Παλλήνη κ.λπ.

Γενικώς, η φωνητική διαφορά που διακρίνει την αρχαία Μακεδονική από τις άλλες σύγχρονες ελληνικές διαλέκτους («β» αντί «φ», «δ» αντί «θ» και «γ» αντί «χ» ) είναι ένα γλωσσικό φαινόμενο απολύτως εξηγήσιμο στο πλαίσιο της ελληνικής διαλεκτολογίας.

Αυτό το εξηγήσιμο εξακολουθούν ν αρνούνται ερευνητές και φορείς στην ΠΓΔΜ, υπό το πρίσμα των γνωστών σκοπιμοτήτων. Ανήκε, λένε, η μακεδονική σε άλλη γλωσσική οικογένεια, αφού τα ινδοευρωπαϊκά «μέσα δασέα» bh, dh, gh στην ελληνική αντιπροσωπεύονται με τα φ, χ, θ και στη μακεδονική με τα β, δ, γ.

Τα άλλα επιχειρήματα περί βαρβάρων αλλόγλωσσων Μακεδόνων, που στηρίζονται σε παραποιήσεις αρχαίων αποσπασματικών κειμένων, δεν αντέχουν σε κριτική…

Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι που έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα, ερμηνεύουν και εξηγούν τις διαφορές ως εξής:

-Ο μακεδονικός κορμός διαχωρίστηκε από τον ιωνικό, αιολικό-αχαϊκό και δωρικό πριν η πρωτοελληνική γλώσσα διαμορφώσει από τους αντίστοιχους ινδοευρωπαϊκούς φθόγγους τα φ, θ, χ και ακολούθησε δική του εξέλιξη.

-Οι αρχαίοι Μακεδόνες, αφομοιώνοντας Θρακο-Ιλλυριούς πληθυσμούς, δέχτηκαν την επίδρασή τους ως προς τα συγκεκριμένα φθογγικά στοιχεία.

Αλλες ερμηνείες, όπως η «σκοπιανή», έχουν το φολκλορικό στοιχείο τους, αλλά όχι το επιστημονικό.

Το ομηρικό μακεδνός

Η ονομασία της Μακεδονίας σχετίζεται άμεσα με το ομηρικό μακεδνός, που σημαίνει ψηλός, μεγαλόσωμος. Ο όρος «Μακεδονίς γη» χρησιμοποιήθηκε μια φορά από τον Ηρόδοτο για να ορίσει τη γεωγραφική κοιτίδα των αρχαίων Μακεδόνων. Ολες οι αρχαίες πηγές, μηδέ εξαιρουμένου του Ηροδότου, χρησιμοποιούν τον όρο Μακεδονία για να δηλώσουν το συγκροτημένο μακεδονικό βασίλειο, που ιδρύθηκε γύρω στα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα στις βόρειες παρυφές των Πιερίων. Με ορμητήριο την πρωτεύουσα Αιγές τα περιορισμένα όρια του βασιλείου στην Κ. Μακεδονία θα επεκταθούν δυτικά και ανατολικά…

Η Ταύτιση με Δωριείς

Οι αρχαίοι συγγραφείς σπάνια αναφέρονται στη γλώσσα των Μακεδόνων. Οι ιστορικοί Τίτος Λίβιος και Στράβων, όπως περιγράφουν τη γλώσσα τους (ίδια με Αιτωλών, Ακαρνάνων και Ηπειρωτών), την κατατάσσουν στη δωρική. Ετσι, συνεχίζουν την παράδοση του Ηροδότου, που ταυτίζει Μακεδόνες και Δωριείς, όπως άλλωστε ο Θουκυδίδης κι άλλες μεταγενέστερες πηγές. Τα επιγραφικά ευρήματα έως τώρα επιβεβαιώνουν τη σύνδεση. Αντίθετα, η άλλη μυθολογική παράδοση, που κρατά από τον ιστορικό Ελλάνικο και θέλει τους Μακεδόνες (επομένως και τη γλώσσα τους) να είναι συγγενείς με τους Αιολείς, δεν ενισχύεται…

«Διαλεκτικά» προβλήματα

Σήμερα οι ερευνητές που τεκμηριώνουν ή δέχονται την ελληνικότητα της μακεδονικής διαλέκτου, δεν συμφωνούν σε πολλά ζητήματα. Δίνοντας ο καθένας έμφαση σε άλλα σημεία άλλοτε υποστηρίζεται ότι ανήκει στον αιολικό κλάδο κι άλλοτε στον δωρικό. Οτι έχει ανάμεικτα στοιχεία από τις δύο ή και από άλλες διαλέκτους. Ακόμη ότι υπήρχαν δύο «εσωμακεδονικοί » διάλεκτοι. Μια συγγενική με την αιολική και άλλη με τη δωρική, που μιλούνταν στην Ανω Μακεδονία. Η μελέτη και η ανάλυση της μακεδονικής διαλέκτου έχουν δρόμο ακόμη να διανύσουν…

«Αρωμα» από το αρχαίο μακεδονικό λεξιλόγιο

ΟΙ ΜΗΝΕΣ
Περίτιος (Ιανουάριος), Δύστρος (Φεβρουάριος), Ξανδικός (Μάρτιος), Αρτεμίσιος (Απρίλιος), Δαίσιος (Μάιος), Πάναμος (Ιούνιος), Λώος (Ιούλιος), Γορπιαίος (Αύγουστος), Υπερβερεταίος (Σεπτέμβριος ), Δίος (Οκτώβριος), Απελαίος (Νοέμβριος), Αυδυναίος είτε Αυδναίος (Δεκέμβριος).

ΑΝΘΡΩΠΩΝΥΜΙΑ
Αδυμος (από το ηδύς), Αδίστα (Ηδίστη), Αρχέλαος, Δρύκαλος (δρυς +κάλλον =ξύλο), Θετίμας (Θεοτίμης), Κατάνικος, Κοπρία, Λανίκα, Λαοδίκα, Νικάνωρ, Περδίκκας (από το πέρδιξ=πέρδικα), Πτολεμαίος, Σέλευκος, Φίλιππος ( Βίλιππος), Φιλώτας…

«ΓΛΩΣΣΕΣ»
Αγημα, αγκαλίς (δρεπάνι), αργίπους (αετός), δράμις (είδος ψωμιού), ζέρεθρον (βάραθρο), ινδέα (μεσημέρι), καρπαία (είδος χορού), καυσία (καπέλο), κοράσιον, πέλλα (λιθάρι), ταγόναγα (ταγός, αρχή), τελεσιάς (είδος χορού), χάρων (λιοντάρι), κεβαλή (κεφαλή)…

Η επιβεβαίωση ήρθε από τις επιγραφές

Η μακεδονική διάλεκτος για πολλούς και διάφορους λόγους δεν φαίνεται να έγινε ποτέ φιλολογικό και λογοτεχνικό όργανο. Γνωρίζουμε μόλις δύο στίχους από την κωμωδία «Μακεδόνες» του Στράτιδος. Στο απόσπασμα γίνεται κάποιος διάλογος:

Α. Η σφύραινα δ’ έστι τις;
Β. Κέστραν μεν ύμμες ωττικοί κικλήσκετε
(Α. Και ποια είναι η σφύραινα;
Β. Το ψάρι που εσείς οι Αττικοί κέστρα ονομάζετε)

Οι αρχαίοι συγγραφείς όταν έγραφαν για τους Μακεδόνες ότι μιλούσαν «μακεδονιστί» αναφέρονταν σε μια διάλεκτο της Ελληνικής κι όχι σε μια μη Ελληνική γλώσσα. Η διάλεκτος ήταν, βεβαίως, αρκετά διαφοροποιημένη από την καθιερωμένη και τη γενικευμένη κοινή ελληνική, που απλώθηκε από τα τέλη του 5ου – αρχές 4ου π.Χ. αιώνα σε όλες τις ελληνόφωνες περιοχές (συμπεριλαμβανόμενης και της Μακεδονίας).

Προφανώς η μακεδονική διάλεκτος θα εξακολουθούσε να μιλιέται παράλληλα με την κοινή ελληνική.

Μέχρι το 1986 αυτό ήταν μια υπόθεση. Τότε αποκαλύφτηκε και απόσπασμα επιγραφής στην Πέλλα σε μακεδονική διάλεκτο (χρονολογείται γύρω στο 380 π.Χ.). Πρόκειται για κατάδεσμο (μαγικό κείμενο), χαραγμένο σε μολύβδινο έλασμα για να αποτραπεί ο γάμος του αγαπημένου της γυναίκας, που έκανε τα «μάγια» με άλλη γυναίκα.

Η επιγραφή, όπως κι άλλες που έχουν στο μεταξύ αποκαλυφθεί, επιβεβαιώνουν πανηγυρικά την ελληνικότητα της μακεδονικής διαλέκτου.

Πρώτος παραλογισμός
Θέλουν να γεφυρώσουν χάσμα 13-14 αιώνων

Εχουμε συνηθίσει, με την εμφάνιση του «Σκοπιανού» στο βαλκανικό προσκήνιο, να επισημαίνουμε τον παραλογισμό των γειτόνων μας να αναζητούν ρίζες εκεί όπου δεν υπάρχουν. Η κατασκευή, βεβαίως, εθνικού παρελθόντος από τότε που εμφανίστηκαν τα κράτη-έθνη, είναι μια πολύ γνωστή και συνηθισμένη διαδικασία.

Αυτό που είναι μάλλον πρωτοφανές στην κατασκευή μιας ενιαίας «μακεδονικής εθνότητα», η οποία έλκει δήθεν την καταγωγή της από την αρχαία Μακεδονία, είναι ανοησία. Τα στοιχεία, που προσκομίζονται για την ύπαρξη μακεδονικού λαού και έθνους, καλούνται να γεφυρώσουν ένα ιστορικό χάσμα 13-14 αιώνων.

Τόσοι μεσολαβούν μεταξύ των πρώτων εγκαταστάσεων σλαβικών φύλων στα Βαλκάνια (6ος- 7ος μ.Χ. αιώνα) και της εμφάνισης του πρώτου συγκροτημένου αρχαίου μακεδονικού κράτους (7ος π.Χ. αιώνας). Αυτός ο προσδιορισμός των αντίστοιχων χρονολογικών περιόδων, με κάποιες μικρές παραλλαγές που δεν αλλάζουν την ουσία, είναι αποδεκτός απ όλους. Είναι δυνατόν, ανεξαρτήτως των όσων ακολούθησανστην περιοχή από τότε μέχρι τη σύγχρονη εποχή, να γεφυρωθεί αυτό το… χάος;

Είναι και ιδού πώς: -Οι παλιότεροι κάτοικοι της αρχαίας Μακεδονίας ήταν αυτόχθονες, αρχαία φύλα (ιλλυρικά και θρακικά). Δεν ήταν Ελληνες… -Τα ελληνικά στοιχεία στην περιοχή ήταν εισαγόμενα από τις νοτιότερες ελληνικές πόλεις – κράτη, από τις αποικίες τους στη Χαλκιδική και τα μακεδονικά παράλια, όπου κυριαρχούσαν Ελληνες. -Οταν οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν από τις περιοχές βορείως του ποταμού Δνείπερου στα Βαλκάνια αναμείχτηκαν με τους παλιότερους κατοίκους -Από την πρόσμειξη προέκυψε στη διαδρομή των βυζαντινών πρώτα και των οθωμανικών ύστερα αιώνων ένα νέο έθνος, το σλαβο-μακεδονικό. Με δική του γλώσσα, πολιτισμό, συνείδηση και ούτω καθεξής…

Μέσα σ’ αυτό το μυθικο-ιστορικό πλαίσιο οι αρχαίοι Μακεδόνες «ανήκουν» στην ΠΓΔΜ! Το προαπαιτούμενο για την οικοδόμηση αυτής της σλαβομακεδονικής εκδοχής της ιστορίας είναι ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν ήταν Ελληνες. Για την εδραίωση του ισχυρισμού αυτού επικαλούνται επιλεκτικά και αποσπασματικές κάποιες αρχαίες πηγές με τις οποίες «αποδεικνύεται» ότι οι Μακεδόνες ήταν βάρβαροι και όχι Ελληνες… Παρά την αντι-ιστορική αυτή εξήγηση πάλι, όμως, το σλαβομακεδονικό σχήμα δεν έχει κάποια ορθολογική βάση. Διότι, έστω και αν γίνουν δεκτοί οι αναπόδεικτοι ισχυρισμοί ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν ανήκαν στα ελληνικά φύλα της εποχής, ούτε μιλούσαν μια ελληνική διάλεκτο, πώς γίνεται να είναι πρόγονοι των σλαβικών φύλων; Αλλά αυτός δεν είναι ο μοναδικός κύκλος του παράλογου…

Δεύτερος παραλογισμός
Περί τριχοτόμησης και… κληρονομιάς

Μετά τον πρώτο παραλογικό κύκλο ανοίγει αναπόφευκτα και δεύτερος. Επειδή αν δεχτεί κάποιος, κάνοντας άλμα 13-14 αιώνων, ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες είναι με ορισμένους τρόπους «πρόγονοι» των Σλάβων στην περιοχή, πώς γίνεται η κληρονομιά αυτή να ανήκει αποκλειστικά στους Σλαβομακεδόνες της ΠΓΔΜ και όχι στους «ομοεθνείς» τους που βρέθηκαν στη Βουλγαρία; Είτε ακόμη και σε κείνους της Ελλάδας, που είναι και οι περισσότεροι;

Το «κενό» έρχεται να καλύψει ένα άλλο σχήμα περί ,νεότερης τριχοτόμησης του χώρου της αρχαίας Μακεδονίας ,(σε Σερβία, Ελλάδα, Βουλγαρία) μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Κρατική οντότητα και ανεξάρτητη, όμως, είναι ,μόνο η πρώην γιουγκοσλαβική Μακεδονία, επομένως αυτή είναι ο συνεχιστής και κληρονόμος. Αναλόγως των εποχών και των διαφορετικών εθνικών και πολιτικών σκοπιμοτήτων, η «άλλη» Μακεδονία, πέραν της πρώην γιουγκοσλαβικής, είτε είναι υπόδουλη (σε Ελληνες και Βούλγαρους) είτε ανήκει μεν σε αυτές τις χώρες, όπου όμως υπάρχουν «μακεδονικές μειονότητες»…

Αλλά υπάρχουν κι άλλες παραλλαγές της θεωρίας, που έρχονται επικουρικά να καλύψουν τις συναφείς ανακολουθίες που προκύπτουν. Ετσι, για παράδειγμα, ένας από τους βασικούς Σλαβομακεδόνες θεωρητικούς εξηγεί πως από τα μέσα του 19ου αιώνα οι Σλάβοι της Μακεδονίας άρχισαν να συγκρούονται με τους Ελληνες στη διεκδίκηση του ιστορικού δικαιώματος να εμφανίζονται ως απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων. Επειδή, όμως, αντιλαμβάνεται όπως κάθε κοινός νους ότι είναι αστείο να ονομαστούν οι Μακεδόνες ως Σλάβοι και οι Σλάβοι της ΠΓΔΜ ως Μακεδόνες, ο γόρδιος δεσμός λύνεται ως εξής: «Δεν ήταν δυνατόν (οι Σλαβομακεδόνες) να παραμείνουν αδιάφοροι και να μην αισθάνονται αγάπη για την πατρίδα τους και την ιστορία τους…

Το ότι ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος δεν ήταν Σλάβοι, αλλά θεωρούνταν ως Σλάβοι, από έναν σλαβικό λαό που αποζητούσε όνομα και εθνική ταυτότητα, δεν είναι ουσιώδες. Οπως κάθε εθνικός ρομαντισμός, έτσι και ο μακεδονικός επέμεινε να τηρήσει μια συνέχεια με την προηγούμενη εθνότητα…» (Ντράγκαν Τασκόφσκι «Σχετικά με την εθνογένεση του Μακεδονικού Λαού»). Το απόσπασμα είναι το κλειδί για κάθε «κατανόηση» των ιστορικών παραδοξολογιών των περισσότερων εθνικών ιστορικών της FYROM και της επίσημης «εθνογένεσης»…

Δωρική διάλεκτος

Δωρική διάλεκτος είναι διάλεκτος της αρχαίας ελληνικής. Η διάλεκτος ομιλούνταν κατά τους κλασικούς χρόνους σε μεγάλο μέρος τηςΠελοποννήσου, στην Κρήτη, στη Ρόδο και σε περιοχές της Μικράς Ασίας.

Μορφές

Η Δωρική διάλεκτος είχε τοπικές παραλλαγές, όπως Λακωνική, Κορινθιακή, Κρητική κλπ. Αυτές οι παραλλαγές μάς είναι γνωστές κυρίως μέσω επιγραφών. Είναι συγγενής με τιςΒορειοδυτικές διαλέκτους που ομιλούνταν στους Δελφούς, στη Λοκρίδα και στην Ακαρνανία και σήμερα πλέον θεωρούνται οι Βορειοδυτικές διάλεκτοι τμήμα της. Ανάλογα με το αν περιέχει λιγότερους ή περισσότερους αρχαϊσμούς διακρίνεται από ορισμένους σε ήπια (Doris mitior, ανειμένη Δωρίς), η οποία ομιλούνταν στη Δυτική Στερεά και στην Ήπειρο, μέση (Doris media), η οποία ομιλούνταν σε περιοχές της Αργολίδας και στα νησιά του Αιγαίου και αυστηρή (Doris severior, αυστηρά Δωρίς), η οποία ομιλούνταν στη νότια Πελοπόννησο και στην Κρήτη. Οι διαφορά των Βορειοδυτικών διαλέκτων από τις “κλασικές” Δωρικές διαλέκτους εντοπίζεται κυρίως σε δύο σημεία: η δοτική πληθυντικού των τριτόκλιτων ονομάτων σχηματίζεται με την κατάληξη -οις αντί για την κατάληξη -σι, ενώ χρησιμοποιείται ο αρχαιότερος τύπος της πρόθεσης ἐν με αιτιατική αντί του εξελιγμένου τύπου εἰς (<ἐνς<ἐν).

Χαρακτηριστικά

Κύριο χαρακτηριστικό της Δωρικής είναι οι αρχαϊσμοί, η διατήρηση δηλαδή τύπων, οι οποίοι στην Αττική διάλεκτο είχαν ήδη μετεξελιχθεί. Οι πληροφορίες που αντλούμε για τη μυκηναϊκή ελληνική από τις πινακίδες της Γραμμικής Β μάς δείχνουν ότι ορισμένες γλωσσικές μεταβολές, οι οποίες δε συνέβησαν στη Δωρική, είχαν ήδη επέλθει στη μυκηναϊκή, κάτι που σημαίνει ότι η Δωρική συνυπήρχε χρονικά παράλληλα με τη μυκηναϊκή (14ο-13ο αι. π.Χ.).

Γραμματεία

Σε Δωρική διάλεκτο έγραφαν οι χορικοί ποιητές Πίνδαρος, Βακχυλίδης και Αλκμάν. Σε αυτήν επίσης γράφονταν τα χορικά των αρχαίων τραγωδιών. Απλοποιημένη μορφή της Δωρικής με λιγότερους αρχαϊσμούς ήταν και η διάλεκτος των Συρακουσίων κωμωδιογράφων Επίχαρμου και Σώφρονος. Οι αλεξανδρινοί ποιητές Καλλίμαχος και Θεόκριτος έγραφαν επίσης σε (τεχνητή) Δωρική.

Εξέλιξη

Η Τσακωνική διάλεκτος, η οποία έχει επιβιώσει ως τις μέρες μας, θεωρείται ότι ανάγεται στη δωρίζουσα ζώνη τής Κοινής. Ομιλείται στα νότια χωριά της επαρχίας Kυνουρίας του νομού Αρκαδίας. Τα χωριά αυτά είναι: Τυρός, Αγιος Ανδρέας, Λεωνίδιο, Πραστός, Μέλανα,Βασκίνα. Η ονομασία της περιοχής είναι Τσακωνιά.

 

Χρονολόγηση

Κατά την στο παρελθόν κρατούσα θεωρία πιστευόταν ότι η Δωρική διάλεκτος εισήχθη στην ηπειρωτική Ελλάδα με την Κάθοδο των Δωριέων περί το 1150 π.Χ.. Η άποψη όμως αυτή τείνει να εγκαταλειφθεί λόγω δύο παραγόντων. Ο πρώτος είναι η έλλειψη αρχαιολογικών ευρημάτων που να μαρτυρούν χωριστές εισόδους των ελληνικών φύλων (Ιώνων, Αιολέων, Δωριέων) στον σημερινό ελλαδικό χώρο. Ο δεύτερος είναι η ομοιότητα της Δωρικής διαλέκτου με τη μυκηναϊκή ελληνική, που επιτρέπει την υπόθεση ότι οι δύο γλώσσες συνυπήρχαν ήδη την εποχή εκείνη (14ο-13ο αι. π.Χ.) στον ελλαδικό χώρο. Έτσι, η επικρατέστερη σήμερα άποψη δέχεται είσοδο όλων των ελληνικών φύλων στον ελλαδικό χώρο ταυτόχρονα περί το 2000 π.Χ., αποκαλείται δε είσοδος in toto αντί της παραδοσιακής εισόδου in parte. Αυτό σημαίνει ότι οι Δωριείς ήταν ήδη στον ελλαδικό χώρο την εποχή της “καθόδου” τους, αλλά σε απομακρυσμένες περιοχές. Μετά την καταστροφή των μυκηναϊκών ανακτόρων προωθήθηκαν νοτιότερα προς τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Ακόμη, κατά την άποψη αυτή, πιθανότερο είναι ότι η μετεξέλιξη της πρωτοελληνικής γλώσσας σε διαφορετικές διαλέκτους έλαβε χώρα εντός του ελλαδικού χώρου μετά την έλευση των ελληνικών φύλων και όχι, όπως μέχρι πρό τινος πιστευόταν, εκτός και πριν.

Διαφορές της Δωρικής με την Αττική διάλεκτο

Φωνήεντα

  1. Διατήρηση του ινδοευρωπαϊκού μακρού ᾱ όπου στην Αττική διάλεκτο τρέπεται σε μακρό ανοικτό ē (η), όπως στο γᾶ μάτηρ αντί του αττικούγῆ μήτηρ.
  2. Συναίρεση του ae>η (ē) αντί του αττικού ᾱ.
  3. Τροπή των eo, ea > ιο, ια.
  4. Ορισμένες Δωρικές διάλεκτοι (οι “αυστηρές Δωρικές”) έχουν η, ω (ē, ō) για τις “ψευδοδιφθόγγους” της Αττικής ει, ου. Από συναίρεση και αντέκταση με πρώτο σύμφωνο βραχύ ĕ ή ŏ προκύπτει δευτερεύον μακρό ē, ō (η, ω) αντί των αττικών ει, ου. Γνωστά παραδείγματα είναι η γενική ενικού σε -ω αντί του αττικού -ου, αιτιατική πληθυντικού σε -ως αντί αττικού -ους και απαρέμφατο σε -ην αντί αττικού -ειν.
  5. Βραχύ ᾰ αντί αττικού ε σε ορισμένες λέξεις: ἱαρός (αντί ἱερός), Ἄρταμις (αντί Ἄρτεμις), γα (αντί γε).

Σύμφωνα

  1. Διατήρηση του -τι όπου στην Αττική έχει τραπεί σε -σι (συριστικοποιηθεί). Η συριστικοποίηση του –τ έχει ήδη συμβεί στη μυκηναϊκή ελληνική. Τα πιο γνωστά παραδείγματα είναι:Διατήρηση του διπλού –σσ μπροστά από φωνήεν εκεί που η Αττική το έχει απλοποιήσει σε μονό –σ, μέσσος αντί μέσος.
  1. το τρίτο ενικό πρόσωπο των ρημάτων της δεύτερης συζυγίας (σε –μι), φατί αντί του Αττικού φησί(ν)
  2. τρίτο πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα και υποτακτικής λέγoντι αντί λέγουσι(ν)
  3. Fίκατι αντί εἴκοσι(ν) και τα αριθμητικά σε –κάτιοι, τριακάτιοι αντί τριακόσιοι.
  1.  
  2. Διατήρηση του αρχικού δίγαμμα (F), το οποίο έχει χαθεί στην Αττική, Fοῖκος αντί οἶκος. Τα λογοτεχνικά κείμενα σε Δωρική και οι επιγραφές από την ελληνιστική εποχή δεν έχουν δίγαμμα.
  3. Προσθήκη –κ στον αόριστο και στον μέλλοντα ρημάτων που τελειώνουν σε –ίζω και –άζω, ενώ η Αττική έχει μόνο –σ, ἀγωνίξατο αντί ἀγωνίσατο. Ομοίως προσθήκη –κ μπροστά από επιθήματα που αρχίζουν με –τ.

Μορφολογία

  1. Το αριθμητικό τέτορες αντί του Αττικού τέτταρες (τέσσαρες).
  2. Το αριθμητικό πρᾶτοςαντί του Αττικού πρῶτος.
  3. Η δεικτική αντωνυμία τῆνος αντί του Αττικού (ἐ)κεῖνος.
  4. Διατήρηση του αρχικού τ- στην ονομαστική πληθυντικού του άρθρου και της δεικτικής αντωνυμίας, τοί, ταί, τοῦτοι, ταῦται αντί των Αττικών οἱ, αἱ, οὗτοι, αὗται.
  5. Κατάληξη του τρίτου πληθυντικού αορίστου των ρημάτων της δεύτερης συζυγίας σε –ν αντί του Αττικού –σαν, ἔδον αντί του Αττικού ἔδοσαν.
  6. Πρώτο πληθυντικό πρόσωπο σε -μες αντί του Αττικού -μεν.
  7. Σχηματισμός μέλλοντα σε -σ-έω, -σ-ίω ή –σ-ῶ αντί του Αττικού -σ-ω, π.χ. πραξῆται (πραγ-σ-έ-εται) αντί πράξεται (πράγ-σ-εται). Ο σχηματισμός αυτός του μέλλοντα ονομάζεται“Δωρικός μέλλοντας” (“futurum doricum”).
  8. Υποθετικό μόριο κα αντί του Αττικού ἄν, αἴ κα, αἰ δέ κα, αἰ τίς κα αντί τν Αττικών ἐάν (ἄν), ἐὰν δέ (ἂν δέ), ἐάν τις (ἄν τις).
  9. Χρονικά επιρρήματα σε -κα αντί του Αττικού -τε: ὄκα, τόκα αντί ὄτε, τότε.
  10. Τοπικά επιρρήματα σε -ει αντί του Αττικού -ου: τεῖδε, πεῖ αντί τοῦδε, ποῦ
  11. Διατήρηση παλαιότερων μορφών τονισμού φώτες αντί Αττικού φῶτες, γυναίκες αντί Αττικού γυναῖκες.
  12. Κλίση των ονομάτων σε -ις χωρίς μεταπτωτική ποικιλία (χρήση περισσοτέρων βαθμίδων του θέματος), π.χ. πόλις, πόλιος, πόλι αντί Αττικού πόλις, πόλεως, πόλει.

Ειδικές λέξεις λέω (λείω) = θέλω, δράω = κάνω, πάομαι = κτάομαι = αποκτώ.

Αττική διάλεκτος

Η αττική διάλεκτος είναι σήμερα η πιο γνωστή από τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους. Μιλήθηκε στην Αττική, και πιο συγκεκριμένα στην Αθήνα. Από τις αρχαίες διαλέκτους είναι η πιο όμοια με τα μετέπειτα ελληνικά και είναι η τυποποιημένη μορφή της γλώσσας που μελετάται στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών

Λογοτεχνία στην Αττική Διάλεκτο

Η πιο πρόωρη καταγραμμένη ελληνική λογοτεχνία, που αποδόθηκε στον Όμηρο και χρονολογείται στον 7ο ή 8ο αιώνα π.Χ., δεν γράφτηκε στην αττική διάλεκτο, αλλά σε “παλαιά ιονική”. Η Αθήνα και η διάλεκτός της παρέμειναν σχετικά σκοτεινές έως ότου οδήγησαν οι αλλαγές του πολιτεύματός της στη δημοκρατία το 594 π.Χ., την έναρξη της κλασσικής περιόδου και την άνοδο της αθηναϊκής επιρροής.

Τα πρώτα εκτενή έργα της λογοτεχνίας σε αττικό επίπεδο είναι τα έργα των δραματουργών Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη,Αριστοφάνη και Μενάνδρου τον 5ο αιώνα π.Χ. Τα κείμενα του Αθηναίου φιλοσόφου Πλάτωνα χρονολογούνται επίσης από εκείνον τον αξιοπρόσεκτο αιώνα της λογοτεχνίας. Οι στρατιωτικοί άθλοι των Αθηναίων οδήγησαν μερικούς που τους μελέτησαν παγκοσμίως να θαυμάσουν την ιστορία της γλώσσας αυτής, στην οποία είναι γραμμένα τα έργα του Θουκυδίδη και του Ξενοφώντα. Ελαφρώς λιγότερο γνωστοί επειδή είναι πιο τεχνικοί και νομικοί είναι οι λόγοι των ρητόρων όπως του Αντιφώντα, τουΔημοσθένους, του Λυσία, του Ισοκράτη και πολλών άλλων.

Ο αττικιστής Έλληνας φιλόσοφος Αριστοτέλης (384-322 π.χ.), ο οποίος ήταν μαθητής του Πλάτωνα, χρονολογείται από την περίοδο στην οποία η κλασσική αττική εξελίσσεται στην κοινή Ελληνιστική.

Αρκαδοκυπριακή διάλεκτος

Η Αρκαδοκυπριακή διάλεκτος, αποκαλούμενη και νότια Αχαϊκή, είναι μία από τις διαλέκτους της αρχαίας ελληνικής, η οποία ομιλούνταν στην κεντρική Πελοπόννησο και στην Κύπρο. Οι ομοιότητές της με τη Μυκηναϊκή ελληνική, όπως την ξέρουμε από τις πινακίδες τηςΓραμμικής Β, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι απόγονός της. Η πρώιμη μορφή της, η Πρωτοαρκαδοκυπριακή, ήταν μάλλον η γλώσσα που ομιλούνταν από τους Αχαιούς στην Πελοπόννησο πριν την έλευση των Δωριέων, γι’ αυτό και η Αρκαδοκυπριακή ονομάζεται και νότια Αχαϊκή. Η Πρωτοαρκαδοκυπριακή τοποθετείται περί το 1200 π.Χ. (υποθετικά) και εικάζεται ότι ήταν μια μορφή της μυκηναϊκής. Η εκδοχή αυτή στηρίζεται στην (καθ’ όλα ρεαλιστική) υπόθεση, ότι η γλώσσα της Γραμμικής Β ήταν μια “τεχνητή” ή επίσημη γλώσσα των ανακτόρων, η οποία διέφερε από τη γλώσσα που μιλούσε ο λαός στις διάφορες περιοχές, όπου έχουν βρεθεί πινακίδες με Γραμμική Β.

Οι ομοιότητες Κυπριακής και Αρκαδικής διαλέκτου (ισόγλωσσα) μαρτυρούν ότι οι Αχαιοί είχαν αποικήσει και την Κύπρο. Στοιχεία για την αποίκηση αυτήν μας δίνει και ο Παυσανίας (Ἑλλάδος περιήγησις VIII 2), ο οποίος αναφέρει ότι μετά την καταστροφή της Τροίας οι Αρκάδες έπλευσαν στην Κύπρο και ίδρυσαν την Πάφο.

ἈγαπήνωρδὲἈγκαίουτοῦΛυκούργουμετὰἜχεμονβασιλεύσαςἐςΤροίανἡγήσατοἈρκάσιν. ἸλίουδὲἁλούσηςτοῖςἝλλησικατὰτὸνπλοῦντὸνοἴκαδεἐπιγενόμενοςχειμὼνἈγαπήνορακαὶτὸἈρκάδωνναυτικὸνκατήνεγκενἐςΚύπρον, καὶΠάφουτεἈγαπήνωρἐγένετοοἰκιστὴςκαὶτῆςἈφροδίτηςκατεσκευάσατοἐνΠαλαιπάφῳτὸἱερόν·

Η αποίκηση πρέπει να συνέβη πριν το 1100 π.Χ.. Με την έλευση των Δωριέων στην Πελοπόννησο ένα τμήμα του πληθυσμού μετοίκησε στην Κύπρο και οι υπόλοιποι κατέφυγαν στα βουνά της Αρκαδίας. Στη συνέχεια λόγω της κατάρρευσης του Μυκηναϊκού κόσμου επικοινωνία δεν υπήρχε και η Κυπριακή διαφοροποιήθηκε από την Αρκαδική. Η Κυπριακή γραφόταν ως και τον 3ο αι. π.Χ. με το Κυπριακό συλλαβάριο, μιασυλλαβική γραφή όμοια με τη Γραμμική Β. Οι δύο διάλεκτοι, που συγκροτούν την Αρκαδοκυπριακή (ή νότια Αχαϊκή) μάς είναι γνωστές μόνο από επιγραφές.

Χαρακτηριστικά

Τα κύρια χαρακτηριστικά της Αρκαδοκυπριακής και οι ιδιαιτερότητές της σε σχέση με τις άλλες διαλέκτους και κυρίως με την Αττική διάλεκτο είναι οι εξής:

  • § Τροπή του –ο > -υ (κώφωση): καταλήξεις ρημάτων σε –τυ/-ντυ αντί Αττικού –το/-ντο, ἀπυ αντί ἀπό, ὑμοιοις αντί ὁμοίοις
  • § Τροπή του -α > -ο (κώφωση): Πρόθεση ὀν αντί της Αττικής ἀνά, όνεθυσε αντί Αττικού ἀνέθυσε
  • § Τροπή του εν > ιν: ἰν αντί Αττικού ἐν, μινονσαι αντί μένουσαι, κατάληξη μετοχής –μινος αντί Αττικού -μενος
  • § Διατήρηση του δίγαμμα: Ϝεκαστον αντί Αττικού ἕκαστον
  • § Τροπή του –τι > -σι: εἰκοσι, κατάληξη γ΄ πληθυντικού ρημάτων (όπως και στην Αττική)
  • § Καταλήξεις μέσης φωνής γ΄ενικού και γ΄ πληθυντικού σε –τοι και –ντοι αντίστοιχα αντί Αττικών –ται και –νται: τετακτοι αντί τέτακται
  • § Αποκοπή των προθέσεων ἀνά, κατά, παρά προ φωνήεντος: κακειμεναυ αντί Αττικού κατακειμένης
  • § Πρόθεση πος αντί Αττικού πρός
  • § Στην Αρκαδική διατήρηση του –νσ-: δοτική πλυθυντικού σε –ονσι αντί Αττικού –ουσι, πανσας αντί Αττικού πᾶσας
  • § Στην Αρκαδική χρήση ιδιαίτερου γράμματος ϰ για την απόδοση χειλοϋπερωικών φθόγγων της πρωτοελληνικής (*kw, *gw, *gwh): ὁϰεοι = ὅτεῳ
  • Η Αιολική ήταν μια διάλεκτος την οποία μιλούσαν στη Αρχαία Ελλάδα, στις περιοχές της Θεσσαλίας, στη Βοιωτία, στη Λέσβο και στη μικρασιατική ακτή κατά την περίοδο 800 π.Χ.-300 π.Χ..
  • Σε αυτή τη διάλεκτο έγραψαν τα ποιήματά τους η Σαπφώ και ο Αλκαίος.
  • Ο Δημήτριος Τομπαΐδης στο βιβλίο του “Επιτομή της Ιστορίας της Ελληνικής Γλώσσας” (ΟΕΔΒ) αναφέρει ότι η αιολική διάλεκτος: Κοντά στα υγρά και έρρινα σύμφωνα παρουσιάζει συχνά ο αντί α , π.χ. στροτός αντί στρατός, ένοτος αντί ένατος· τρέπει το ο σε υ, π.χ. άλλυ αντί άλλο, απύ αντί από· παρουσιάζει πολλά ρήματα στη συζυγία των εις -μι ρημάτων: κάλημι αντί καλέω-ω, φίλημι, αδίκημι· ο τόνος στην αιολική της Λέσβου συχνά ανεβαίνει προς την αρχή της λέξης: βασίλευς, πόταμος· στην αιολική της Θεσσαλίας το ω γίνεται ου, π.χ. τουν άλλουν Ελλάνουν (=των άλλων Ελλήνων). Στην Αιολική συναντιούνται επίσης και γράμματα τα οποία δεν χρησιμοποιούνται στα σύγχρονα Ελληνικά, αλλά εντοπίζονται στο Λατινικό αλφάβητο.
  • Η αρχαϊκή Αιολική διάλεκτος θεωρείται ως η γλώσσα των Αρχαίων Τρωαδιτών ενώ από πολλούς ρομαντικούς θεωρείται και ως η γλώσσα που μιλούσε ο πρόδρομος της Ρώμης, Αινείας.

Αιολική διάλεκτος

Η Αιολική ήταν μια διάλεκτος την οποία μιλούσαν στη Αρχαία Ελλάδα, στις περιοχές της Θεσσαλίας, στη Βοιωτία, στη Λέσβο και στη μικρασιατική ακτή κατά την περίοδο 800 π.Χ.-300 π.Χ..

Σε αυτή τη διάλεκτο έγραψαν τα ποιήματά τους η Σαπφώ και ο Αλκαίος.

Ο Δημήτριος Τομπαΐδης στο βιβλίο του “Επιτομή της Ιστορίας της Ελληνικής Γλώσσας” (ΟΕΔΒ) αναφέρει ότι η αιολική διάλεκτος: Κοντά στα υγρά και έρρινα σύμφωνα παρουσιάζει συχνά ο αντί α , π.χ. στροτός αντί στρατός, ένοτος αντί ένατος· τρέπει το ο σε υ, π.χ. άλλυ αντί άλλο, απύ αντί από· παρουσιάζει πολλά ρήματα στη συζυγία των εις -μι ρημάτων: κάλημι αντί καλέω-ω, φίλημι, αδίκημι· ο τόνος στην αιολική της Λέσβου συχνά ανεβαίνει προς την αρχή της λέξης: βασίλευς, πόταμος· στην αιολική της Θεσσαλίας το ω γίνεται ου, π.χ. τουν άλλουν Ελλάνουν (=των άλλων Ελλήνων). Στην Αιολική συναντιούνται επίσης και γράμματα τα οποία δεν χρησιμοποιούνται στα σύγχρονα Ελληνικά, αλλά εντοπίζονται στο Λατινικό αλφάβητο.

Η αρχαϊκή Αιολική διάλεκτος θεωρείται ως η γλώσσα των Αρχαίων Τρωαδιτών ενώ από πολλούς ρομαντικούς θεωρείται και ως η γλώσσα που μιλούσε ο πρόδρομος της Ρώμης, Αινείας.

Ελληνικό αλφάβητο

Το Ελληνικό αλφάβητο είναι το αλφαβητικό σύστημα γραφής που χρησιμοποιείται για τη γραφή της ελληνικής γλώσσας, αλλά και ως πηγή συμβόλων για χρήση σε διάφορες επιστήμες.

Βασικά σημεία

Η αρχαία γραφή ήταν μεγαλογράμματη. Η μικρογράμματη γραφή (στουδιτική) είναι βυζαντινή ανάπτυξη.

Η αρχαϊκή προφορά παρατίθεται σε παρένθεση.

Γράμμα

Όνομα

Προφορά σύμφωνα με το Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο

Ανάλογο
φοινικικό
γράμμα

αρχαίο

νέο

αρχαία

νέα

Α α

ἄλφα

άλφα

[a] [aː]

[a]

Άλεφ

Β β

βῆτα

βήτα

[b]

[v]

Μπετ

Γ γ

γάμμα

γάμμα

[g]

[ʝ] πριν από [e̞], [i], αλλιώς [ɣ]

Γκιμέλ

Δ δ

δέλτα

δέλτα

[d]

[ð]

Ντάλετ

Ε ε

ἒ ψιλόν

έψιλον

[e]

[e̞]

Χε

Ζ ζ

ζῆτα

ζήτα

[zd] ή [dz], αργότερα [zː]

[z]

Ζαΐν

Η η

ἦτα

ήτα

[ɛː] ([h])

[i]

Χετ

Θ θ

θῆτα

θήτα

[tʰ]

[θ]

Τετ

Ι ι

ἰῶτα

ιώτα

[i] [iː]

[i], [j]

Γιοντ

Κ κ

κάππα

κάππα

[k]

[c] πριν από [e̞], [i], αλλιώς [k]

Καφ

Λ λ

λάμβδα

λάμδα

[l]

[l]

Λαμέντ

Μ μ

μῦ

μι

[m]

[m]

Μεμ

Ν ν

νῦ

νι

[n]

[n]

Νούν

Ξ ξ

ξῖ

ξι

[ks]

[ks]

Σαμέκ

Ο ο

ὄ μικρόν

όμικρον

[o]

[o̞]

Αγίν

Π π

πῖ

πι

[p]

[p]

Πε

Ρ ρ

ῥῶ

ρω

[r], [r̥]

[ɾ]

Ρες

Σ σ ς

σῖγμα

σίγμα

[s]

[s]

Σιν

Τ τ

ταῦ

ταυ

[t]

[t]

Τάου ή Ταῦ

Υ υ

ὒ ψιλόν

ύψιλον

([u]) [y] [yː]

[i]

Βάου ή Βαῦ

Φ φ

φῖ

φι

[pʰ]

[f]

 

Χ χ

χῖ

χι

[kʰ] ([ks])

[ç] πριν από [e̞], [i], αλλιώς [x]

 

Ψ ψ

ψῖ

ψι

[ps]

[ps]

 

Ω ω

ὦ μέγα

ωμέγα

[ɔː]

[o̞]

 

Απαρχαιωμένα σημεία

Οι χαρακτήρες αυτοί καταργήθηκαν σε πρώιμη περίοδο, πριν την κλασική εποχή, ή χρησιμοποιούνταν μόνο σε μη κλασσικές τοπικές εκδοχές του αλφάβητου.

Γράμμα

Όνομα

Προφορά[1]

Ανάλογο
φοινικικό
γράμμα

Ϝ[2](Ͷ)[3]

βαυ, δίγαμμα

[w]

Βάου ή Βαῦ

Ͱ[4]

ήτα (δασυνόμενο)

[h]

Χετ

Ϻ[5]

σαν

[s]

Τσάντε

Ͷ[6]

τσαν

[ts]

 

Ϙ[7](ϟ)[8]

κόππα

[k]

Κοφ

Ͳ
(ϡ)[9]

σαμπί

[ss] ([ts])

 

Άλλα σημεία

Γράμμα

Όνομα

Προφορά[1]

ϛ[10]

στίγμα

[st]

ȣ[11]

ου

[u]

Το Ϛ (στίγμα) δεν είναι εν γένει γράμμα του αλφαβήτου, αλλά αντικαταστάτης του Ϝ (βαυ ή δίγαμμα) στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης.

 

Ιστορία

Αρχαίες παραδόσεις για την προέλευση του αλφαβήτου

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν διάφορους μύθους για το ποιος δημιούργησε το πρώτο αλφάβητο: Η Αθηνά, ο Προμηθέας, ο Ορφέας, οι Μούσες, οΚέκροπας, ο Σίσυφος, ο Φοίνιξ και η κόρη του Ακταίωνα.[12] Πηγαίνοντας πίσω στη γραπτή παράδοση, βρίσκουμε διάφορες αναφορές περί του πως πίστευαν οι αρχαίοι ότι εξελίχθηκε το αλφάβητο. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο Πλίνιο, ο Επιγένης υποστήριζε ότι η γραφή ήταν γνωστή στουςΑσσύριους 720.000 χρόνια πριν από την εποχή του.[12] Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, οι Αιγύπτιοι δέχτηκαν τη γραφή ως δώρο του θεού Θωθ(αντίστοιχος του ελληνικού Ερμή), ο οποίος δημιούργησε τα γράμματα του αλφαβήτου.[12] Ο Αντικλείδης ισχυριζόταν επίσης την ανακάλυψη του αλφάβητου από τους Αιγύπτιους, και συγκεκριμένα από κάποιον ονόματι Μένων που έδρασε δεκαπέντε χρόνια πριν του Φορωνέα, γιου τουΊναχου.[12] Ο Θεόκριτος λέει ότι τα γράμματα τα δίδαξε στους γεροντότερους ο Λίνος, ενώ ο Διόδωρος και ο Ηρόδοτος λένε ότι τα γράμματα τα έφερε από την Φοινίκη ο Κάδμος.[12] Άλλοι πάλι λένε ότι, σύμφωνα με τον Πυθόδωρο, ο Δαναός έφερε τα γράμματα, πριν από τον Κάδμο, από τη Φοινίκη. Άλλοι λένε ότι ο Κάδμος από τη Μίλητο επινόησε το ελληνικό αλφάβητο, ενώ κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται ότι αυτός επινόησε μόνον τα γράμματα Θ, Φ και Χ.[12] Οι τρεις Μοίρες δημιούργησαν τα γράμματα Α, Β, Η, Τ, Ι και Υ.[12] Ο Σιμωνίδης λένε ότι πρόσθεσε τα γράμματα Ζ, Ξ, Θ, Φ, Χ, Ε, Ο, Υ, Η και Ω στο ελληνικό αλφάβητο.[12] Ο Επίχαρμος λένε ανακάλυψε τα γράμματα Π, Ζ, Ξ, Ψ, Θ, Φ και Χ.[12] Άλλοι μύθοι λένε ότι τα γράμματα «έπεσαν» από τον ουρανό στην «πόλη του Φοίνικα» κοντά στην Έφεσο,[12] ενώ ο Δοσιάδης ισχυρίζεται ότι τα ανακάλυψαν οι κάτοικοι της αρχαίας Κρήτης.[12] Μερικοί αρχαίοι σχολιαστές λένε ότι η γραφή ήταν γνωστή στους αρχαίους Έλληνες από την εποχή του Βελλεροφόντη, ίσως και ενωρίτερα, αφού αυτός μετέφερε μια επιστολή του Πρωτέα στον βασιλιά της Λυδίας.[12] Σύμφωνα με άλλους ισχυρισμούς, την εποχή του Ομήρου η γραφή στην αρχαία Ελλάδα ήταν ακόμη άγνωστη.[12]

Σύγχρονες θεωρίες

Για το πότε ακριβώς, σε ποιο μέρος και με ποιον τρόπο δημιουργήθηκε το ελληνικό αλφάβητο υπήρξαν, κατά συνέπεια, πολλές απόψεις. Θεωρείται όμως αναμφισβήτητο πως πρότυπό του ήταν κάποια πρώιμη σημιτική γραφή, ενώ την ακριβή προέλευσή του άλλοι την αποδίδουν στο φοινικικό αλφάβητο και άλλοι βλέπουν και επίδραση της πρωτο-χανανιτικής γραφής.[13] Η επικρατέστερη πάντως ερμηνεία θεωρεί πως πρότυπο υπήρξε το φοινικικό αλφάβητο, το οποίο πρέπει να γνώρισαν οι Έλληνες καθώς ταξίδευαν στα τέλη του 9ου π.Χ. αιώνα στην ανατολική Μεσόγειο.[14] [15] [16] [17] [18] [19] [20] [21] [22] [23] [24] [25]

Κυριότερα επιβεβαιωτικά στοιχεία αυτής της άποψης είναι ότι τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου διατήρησαν τα φοινικικά τους ονόματα, αν και τα ονόματα αυτά δεν σήμαιναν τίποτα στα ελληνικά. Αντιθέτως, στα φοινικικά κάθε γράμμα ήταν ονομασμένο κατά μια λέξη που ξεκινούσε με αυτό (aleph=βόδι, beth=σπίτι, gimel=καμήλα κ.λπ.). Γι’ αυτό το λόγο και τα ονόματα των γραμμάτων παρέμειναν άκλιτα στα ελληνικά.[26] [27]

Το 1952, ο ιστορικός Ignace Gelb[28] υποστήριξε ότι το αρχαιοελληνικό αλφάβητο χρησιμοποιεί μεν φοινικικούς χαρακτήρες αλλά είναι το πρώτο πραγματικό αλφάβητο (δηλ. γράμμα=φθόγγος) ενώ το φοινικικό και τα άλλα σημιτικά αλφάβητα που προηγήθηκαν είναι συλλαβάρια (στα συλλαβάρια, κάθε χαρακτήρας αντιπροσωπεύει συγκεκριμένο συνδυασμό συμφώνου-φωνήεντος, δηλαδή συλλαβή). Η θέση αυτή στηρίχτηκε στην απουσία φωνηέντων, πλην ειδικών περιπτώσεων, στα σημιτικά αλφάβητα. Η άποψη αυτή έχει δεχτεί έντονη κριτική τα τελευταία χρόνια, ως μη λαμβάνουσα υπόψη την ιδιαιτερότητα των συμφώνων στις σημιτικές γλώσσες, μαζί με άλλα επιχειρήματα.[29][30][31][13] Εκτός αυτού, πέντε αιώνες πριν το ελληνικό αλφάβητο, τρία μακρά και βραχέα φωνήεντα, τα /a, /i, /u υπήρχαν ήδη στο σημιτικό αλφάβητο της Ουγκαρίτ, πράγμα που δείχνει ότι οι Έλληνες απλά βελτίωσαν σημαντικά μια ήδη υπάρχουσα ιδέα. [32]

Μέσα στον 7ο π.Χ. αι. όλες οι ελληνικές πόλεις-κράτη είχαν ήδη διαμορφώσει και χρησιμοποιούσαν η καθεμιά το δικό της αλφάβητο με κατά τόπους ιδιομορφίες.

Το ελληνικό αλφάβητο έγινε η βάση για τη δημιουργία του λατινικού αλφαβήτου. Πράγματι, το λατινικό αλφάβητο προέρχεται κυρίως από το ετρουσκικό αλφάβητο το οποίο με τη σειρά του, και σύμφωνα με την επικρατέστερη σήμερα άποψη, βασίστηκε στο ελληνικό

Η εξέλιξη του αλφαβήτου

Τοπικές αρχαϊκές μορφές

Το αρχαϊκό ελληνικό αλφάβητο είχε μεγάλη ποικιλία από τοπικές παραλλαγές. Όλα τα επιχώρια αλφάβητα ήταν βασισμένα αρχικά στα 22 γράμματα του φοινικικού αλφαβήτου, με εξαίρεση το γράμμα “σαμέχ”, που το αντίστοιχο ελληνικό γράμμα Ξ έλειπε από πολλά. Όλα τα αλφάβητα επίσης περιείχαν το επιπλέον γράμμα Υ, που δήλωνε τα φονήεντα /u, uː/

Μια βασική διαίρεση σε τέσσερις τύπους επιχώριων αλφαβήτων γίνεται στη σημερινή φιλολογία με το κριτήριο του πώς γράφονταν τα άηχα δασέα /pʰ, tʰ, kʰ/ καθώς και τα συμπλέγματα /ps, ks/ (δηλαδή οι φθόγγοι που στη κλασσική ορθογραφία συναντώνται σαν “Φ, Θ, Χ, Ψ, Ξ”).[34] Κατά παράδοση, οι τέσσερις τύποι αυτοί αναφέρονται και ως “πράσινα”, “κόκκινα”, “ανοιχτό μπλε” και “σκούρο μπλε” αλφάβητα, ορολογία που προέρχεται από το χρωμάτισμα ενός χάρτη που συμπεριέλαβε ο Adolf Kirchhoff σε βιβλίο του το 1867, και με το οποίο πρώτα εισήγαγε την διαίρεση αυτή.[35]

Κατά τον Kirchhoff, τα “πράσινα” ή νότια αλφάβητα είναι αυτά που συναντώνται στη Κρήτη και σε μερικά νησιά του νότιου Αιγαίου, όπως η Θήρα, η Μήλος και η Ανάφη. Είναι τα πιο συντηρητικά αλφάβητα, εφόσον δεν έχουν κανένα επιπλέον γράμμα πέρα από αυτά της φοινικικής για να δηλώνουν τα εν λόγω σύμφωνα. Επομένως, τα δασέα /pʰ, kʰ/ γράφονται απλός “Π, Κ”, ή και “ΠΗ, ΚΗ” (κατά την παλιά αξία του “Η”, που δήλωνε την δάσυνση /h/). Επίσης, τα /ps, ks/ γραφόταν “ΠϺ, KϺ” (με το Ϻ, δηλαδή το γράμμα “σαν“, που έμοιαζε μεν με το Μ αλλά δήλωνε το /s/).

Τα λεγόμενα “κόκκινα” ή δυτικά αλφάβητα είναι αυτά που χρησιμοποιήθηκαν στη δυτική Πελοπόννησο καθώς και σε περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, στην Εύβοια και στη Θεσσαλία. Αυτά τα αλφάβητα έχουν ιδιαίτερη ιστορική σημασία γιατί Έλληνες από την Αχαΐα και την Εύβοια τα μετέφεραν στις αποικίες τους στην Ιταλία, όπου στη συνέχεια υιοθετήθηκαν ως βάση για τα αλφάβητα των τοπικών ιταλικών γλωσσών και ιδιαίτερα και για το Λατινικό αλφάβητο. Επομένως, τα “κόκκινα” αλφάβητα, και ιδιαίτερα αυτό της Εύβοιας, έχουν ήδη κάποιες ομοιότητες με το λατινικό. Αυτά τα αλφάβητα περιέχουν τα καινούρια γράμματα “Χ, Φ, Ψ”. Όμως το “Χ” δε δηλώνει το /kʰ/ όπως στο κλασσικό αλφάβητο, αλλά το /ks/, ακριβώς σαν το λατινικό X που προέρχεται από αυτό. Από την άλλη πλευρά, το “Ψ” δε δηλώνει το /ps/, αλλά το /kʰ/. Το αλφάβητο της Εύβοιας έχει επίσης ιδιαίτερο τύπο του “Γ” που μοιάζει με λατινικό “C”, “Λ” που μοιάζει με λατινικό “L”, και “Ρ” που μοιάζει με λατινικό “R”

Τα λεγόμενα “μπλε” ή ανατολικά αλφάβητα είναι αυτά που χρησιμοποιήθηκαν στην Αττική, στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου, και στην Ιωνία. Αυτά τα αλφάβητα περιέχουν τα “Φ, Χ” με την ίδια αξία που έχουν και στο κλασσικό αλφάβητο, δηλαδή τα /pʰ, kʰ/. Η διαφορά μεταξύ του “ανοιχτού” και του “σκούρου” τύπο είναι στη γραφή των συμπλεγμάτων /ps, ks/. Στο “σκούρο μπλε” αλφάβητο υπάρχουν ήδη και τα γράμματα “Ψ, Ξ”, ενώ στο “ανοιχτό μπλε” αλφάβητο λείπουν, και γράφονται “ΠΣ”, “ΚΣ” στη θέση τους.[34] Το “ανοιχτό μπλε” αλφάβητο είναι αυτό της Αθήνας πριν το 403 π.Χ.

Ένας ιδιαίτερα σημαντικός τύπος “σκούρο μπλε” αλφαβήτου ήταν αυτό που εξελίχθηκε στις πόλεις της Ιωνίας, όπως η Μίλητος και η Έφεσος. Εδώ έγιναν δυο περαιτέρω αλλαγές: το “Η” έχασε την πρωταρχική του λειτουργία να δηλώνει το σύμφωνο /h/, και αντί γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε για το μακρύ φωνήεν /ɛː/. Επίσης, προστέθηκε το καινούριο γράμμα Ω για να δηλώνει το μακρύ φωνήεν /ɔː/.[37] Έτσι ήταν ολοκληρωμένο το κλασσικό ελληνικό αλφάβητο, όπως στη συνέχεια υιοθετήθηκε και στην Αθήνα και απλώθηκε σε όλο τον ελληνόφωνο κόσμο.
Το ελληνικό αλφάβητο είναι πηγή συμβόλων για τα μαθηματικά.

 

Φοινικικό

                                           

Νότιο

“πράσινο”

               

           

               

Δυτικό

“κόκκινο”

     

Ανατολικό

“ανοιχτό μπλε”

   

“σκούρο μπλε”

   

Κλασσικό Ιωνικό

 

 

Φωνητική αξία

a

b

g

d

e

w

dz

h

ē

i

k

l

m

n

ks

o

p

s

k

r

s

t

u

ks

ps

ō

Συγχρονο αλφάβητο

Α

Β

Γ

Δ

Ε

Ζ

Η

Θ

Ι

Κ

Λ

Μ

Ν

Ξ

Ο

Π

Ρ

Σ

Τ

Υ

Φ

Χ

Ψ

Ω

Άλλες χρήσεις

Τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου χρησιμοποιούνται και στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης. Το ελληνικό αλφάβητο χρησιμοποιείται ευρέως ως δεξαμενή συμβόλων για χρήση στις επιστήμες είτε ως διεθνώς καθιερωμένα σύμβολα (π.χ. π=3,14) είτε για κάθε πρόσφορη χρήση.

Όπως και το λατινικό αλφάβητο, το ελληνικό χρησιμοποιείται για την αρίθμηση (κυρίως όταν μας ενδιαφέρει η σειρά), π.χ. οι 24 ραψωδίες τηςΟδύσσειας αριθμούνται με τα μικρά γράμματα του αλφαβήτου, ενώ της Ιλιάδας με τα κεφαλαία. Ιδιαίτερα στην Αστρονομία το ελληνικό αλφάβητο χρησιμοποιείται για την αρίθμηση των αστέρων, π.χ. ο άλφα Κενταύρου είναι ο φωτεινότερος αστέρας του αστερισμού του Κενταύρου, ενώ το ωμέγα είναι ο 24ος σε φωτεινότητα. Μετά το τέλος των ελληνικών γραμμάτων ακολουθούν τα λατινικά και κατόπιν ακολουθούν οι αραβικοί αριθμοί

Ελληνιστική Κοινή

Η Ελληνιστική Κοινή (κοινή εννοείται διάλεκτος) είναι η λαϊκή μορφή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που εμφανίστηκε στη μετακλασσική αρχαιότητα (περ. 300 π.Χ. -300 μ.Χ.) και αποτελεί την τρίτη περίοδο στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Άλλες ονομασίες της είναι Αλεξανδρινή, Ελληνιστική, Κοινή ή Ελληνική της Καινής Διαθήκης. Η Κοινή είναι σημαντική όχι μόνο για τους Έλληνες, καθώς αποτέλεσε την πρώτη τους κοινή διάλεκτο και προπομπό της δημοτικής, αλλά και για τον Δυτικό πολιτισμό, για τον οποίο αποτέλεσε την lingua franca στην περιοχή της Μεσογείου. Η Κοινή ήταν επίσης η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα Ευαγγέλια καθώς και η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για την διδασκαλία και εξάπλωση του Χριστιανισμού στα πρώτα χρόνια μετά Χριστόν. Η Κοινή ήταν επίσης ανεπίσημα πρώτη ή δεύτερη γλώσσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ενώ στη Δύση σταδιακά εκτοπίστηκε από τα μεσαιωνικά λατινικά (τη Λαϊκή Λατινική γλώσσα), στην Ανατολή παρέμεινε για αιώνες η καθομιλουμένη.

Η Ονομασία

Κάποιοι λόγιοι όπως ο Απολλώνιος ο Δύσκολος χρησιμοποιήσαν τον όρο Κοινή αναφερόμενοι στην Πρωτοελληνική γλώσσα, ενώ άλλοι αναφερόμενοι σε οποιαδήποτε καθομιλουμένη μορφή της ελληνικής -δηλαδή για τη γλώσσα που κατά περιόδους διέφερε από την λόγια γλώσσα. Οταν όμως η Ελληνιστική Κοινή έγινε και γλώσσα της λογοτεχνίας της εποχής της (δηλαδή γύρω στον 1ο π.Χ. αιώνα), τότε ο διαχωρισμός άλλαξε. Κάποιοι άρχισαν λοιπόν τότε να διαχωρίζουν τη γλώσσα ανάμεσα στην Ελληνική (σαν καθαρό απόγονο της κλασικής γλώσσας, ως μετακλασική γλώσσα των λογίων) και στην καθομιλουμένη από διάφορους λαούς, του ελληνικού συμπεριλαμβανομένου. Άλλοι επέλεξαν διαφορετικό διαχωρισμό και ανέφεραν ως Κοινή την Αλεξανδρινή (την περὶ τῆς Ἀλεξανδρέων διαλέκτου) ή τη διάλεκτο της Αλεξάνδρειαςενώ άλλη την σχεδόν παγκόσμια γλώσσα της εποχής.

Ιστορία

Η Κοινή Ελληνιστική ξεπήδησε ως κοινή διάλεκτος μέσα στα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Υπό την ηγεσία των Μακεδόνων που κατέκτησαν τον γνωστό τότε κόσμο, η νεοσχηματισθείσα κοινή διάλεκτος ομιλούνταν τότε από την Αίγυπτο εως την λεκάνη της Ινδίας. Αν και τα επιμέρους στοιχεία της Κοινής διαμορφώθηκαν κατά την ύστερη Κλασική εποχή, στην μετά-Κλασική περίοδο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.χ., όταν οι ασιατικοί πολιτιμοί υπό την επιρροή της Ελληνιστικής περιόδου άρχισαν με την σειρά τους να επηρεάζουν την γλώσσα.

Για την προέλευση της Κοινής Ελληνικής οι μελετητές διαφωνούν. Οι μεν πιστεύουν ότι πράγματι προερχόταν από τον συγκερασμό των τεσσάρων βασικών διαλέκτων της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (ή εκ των τεσσάρων συνεστώσα), άλλοι ότι αποτελεί ουσιαστικά μια μετεξέλιξη της Ιωνικής ή της Αττικής διαλέκτου. Οι μεν[1] υποστηρίζουν ότι στην Ελληνιστική ήταν πολύέντονα τα ιωνικά στοιχεία, όπως το σσ αντί του ττ και το σύμπεγλμα ρσ αντί του ρρ (θάλασσα αντί θάλαττα και ἀρσενικός αντί ἀρρενικός) ενώ οι δε[2] θεωρούν ότι παρά τα πολλά στοιχεία από την ιωνική και άλλες διαλέκτους, ο βασικός πυρήνας της Ελληνιστικής ήταν η Αττική διάλεκτος.

Η Ελληνιστικη Κοινή είχε σε γενικές γραμμές περισσότερα ιωνικά στοιχείς στις περιοχές που κατοικούνταν κυρίως από Ίωνες ενώ αντίθετα στη Λακωνία και στην Κύπρο είχε περισσότερα λακωνικά και αρκαδικά-κυπριακά στοιχεία αντίστοιχα. Επιπλέον η λόγια γλώσσα της περιόδου εκείνης προσομοιάζει τόσο πολύ στην Αττική ώστε συχνά αναφέρεται ως Κοινή Αττική και οι περισσότεροι πλέον αποδέχονται την άποψη ότι η Ελληνιστική Κοινή είναι παιδί της Αττικής, με αρκετές βέβαια επιρροές από άλλες διαλέκτους ή και από τη μητρική γλώσσα άλλων λαών που την μιλούσαν και που σε μικρό βαθμό επίσης τη διαμόρφωναν.

Το πέρασμα στην επόμενη περίοδο, που είναι γνωστή και ως Μεσαιωνική ελληνική, χρονολογείται από την ίδρυση της Πόλης από τον Κωνσταντίνο Α’ το 330. Η μετά-Κλασική περίοδος της Ελληνικής αναφέρεται έτσι στην δημιουργία και την εξέλιξη της Κοινής διαμέσου της όλης Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής περιόδου της ιστορίας έως τις αρχές του Μεσαίωνα.

Πηγές

Οι πρώτοι που μελέτησαν την Ελληνιστική Κοινή ήταν κλασσικιστές (δηλαδή λάτρεις της Αττικής διαλέκτου) και ήταν λογικό να μην αποδέχονται τις παρεκτροπές της Ελληνιστικής από το πρότυπό τους. Την απαξίωσαν ως “παρηκμασμένη μορφή” της λόγιας Αττικής γλώσσας και δεν της έδωσαν ιδιαίτερη σημασία όσο ήταν ακόμα καιρός και διασώζονταν περισσότερα στοιχεία της. Η μεγάλη σημασία της αναγνωρίστηκε μόλις κατά τον 19ο αιώνα και οι πηγές ήταν όσα πρωτότυπα σε επιγραφές και πάπυροι είχαν διασωθεί. Πηγή της επίσης υπήρξε η “Μετάφραση των Εβδομήκοντα“, δηλαδή η σχεδόν κατά λέξη μετάφραση στα ελληνικά της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς και η Καινή Διαθήκη που συντάχθηκε περίπου 4 αιώνες αργότερα. Αυτά τα κείμενα στόχευαν λογικά στο να γίνουν κατανοητά από το πλατύ κοινό και κατά συνέπεια πρέπει να είχαν συνταχθεί στην καθομιλουμένη της εποχής τους.

Πληροφορίες μπορούν να αντληθούν και από Αττικιστές λόγιους της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου, οι οποίοι προκειμένου να πολεμήσουν ουσιαστικά την εδραίωση τηςΕλληνιστικής Κοινής, εξέδιδαν έργα στα οποία συνέκριναν την “ορθή Αττική” με την “λανθασμένη Κοινή”. Παρέθεταν μάλιστα και παραδείγματα και νουθετούσαν τον κόσμο για την κατά την αντίληψή τους σωστή χρήση της γλώσσας. Ενας από αυτούς ήταν και ο Φρύνιχος Αρράβιος ο οποίος κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα έγραφε[3] χαρακτηριστικά τα εξής:

  • Βασίλισσα οὐδείς τῶν Ἀρχαίων εἶπεν, ἀλλὰ βασίλεια ἢ βασιλίς. (Κανείς εκ των Αρχαίων δεν έλεγε (τη λέξη) βασίλισσα αλλά (έλεγε) βασίλεια ή βασιλίς)
  • Διωρία ἑσχάτως ἀδόκιμον, ἀντ’ αυτοῦ δὲ προθεσμίαν ἐρεῖς. (Η (λέξη) διωρία είναι αισχρά αδόκιμη και αντ’ αυτής να χρησιμοποιείς την προθεσμία)
  • “Πάντοτε” μὴ λέγε, ἀλλὰ “ἑκάστοτε” καὶ “διὰ παντός”.

Αλλες πηγές αποτελούν οι ίδιοι οι Αττικιστές με τα γλωσσικά τους “σφάλματα”, γιατί καθώς δεν μπορούσαν να είχαν τέλεια γνώση της Αττικής διαλέκτου έβαζαν στο λόγο τους κατά λάθος και στοιχεία της τότε καθομιλουμένης Ελληνιστικής Κοινής. Επίσης πηγή αποτελούν τα τυχαία ευρήματα σε επιγραφές αγγείων -που τις έγραφαν λαϊκοί καλλιτέχνες ή οι έμποροι μόνοι τους- καθώς και μερικά μεταφραστικά λεξικά ή γλωσσάρια ελληνο-λατινικών της ρωμαϊκής περιόδου. Στα τελευταία αναφέρονται[4] ελληνικές φράσεις με τη μετάφρασή τους στα λατινικά:

  • Καλήμερον, ἦλθες; Bono die, venisti?
  • Ποῦ; Ubi?
  • Τί γὰρ ἔχει; Quid enim habet?

Σπουδαία πηγή τέλος αποτελεί αυτή καθαυτή η νεοελληνική και οι διάλεκτοί της, όπως η Ποντιακή διάλεκτος και η Καππαδοκική, που έχουν κρατήσει κάποια γλωσσολογικά στοιχεία τα οποία έχουν χαθεί από τη νεοελληνική. Αυτές έχουν π.χ. κρατήσει την αρχαία προφορά του η ως ε (γράφουν νύφε, τίμεσον) ενώ στην Τσακωνική έχουν κρατήσει το παρτεταμένο α αντί του η (αμέρα, αστραπά, λίμνα). Στις νότιες νησιωτικές περιοχές (στα Δωδεκάνησα) και στην Κύπροέχει διατηρηθεί η έντονη, διπλή προφορά των διπλών όμοιων συμφώνων σε λεξεις όπως Ελλάδα, θάλασσα κ.α. Φαινόμενα σαν αυτά υποδηλώνουν ότι η προφορές και άλλα χαρακτηριστικά επιβίωσαν μέσα από την Ελληνιστική Κοινή παρά την ποικιλότητα της τελευταίας στον αχανή τότε ελληνόφωνο κόσμο.

 

Τύποι

Η Ελληνιστική Κοινή παρουσίαζε ποικιλία κατά τόπους, αλλά και ανάλογα με τη χρήση της. Ενας τύπος Ελληνιστικης Κοινής είναι η γλωσσα της Βίβλου. Η Μετάφραση των Εβδομήκοντα της Παλαιάς Διαθήκης που έγινε γύρω στο 280 π.Χ. από λόγιους Ιουδαίους οι οποίοι μιλούσαν τα ελληνικά, δείχνει την Ελληνιστική Κοινή της εποχής και της περιοχής τους. Η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης έχει πολλά στοιχεία της ελληνιστικής της περιοχής και είναι επηρεασμένη από τα αραμαϊκά και τα εβραϊκά, οπότε δεν είναι βέβαιο ότι αντικατοπτρίζει την καθομιλουμένη Ελληνιστική Κοινή και λείπουν για παράδειγμα τα “μεν” και “δε” ενώ αφονεί ο ρηματικός τύπος “ἐγένετο” (με τη σημερινή έννοια του “έγινε”). Εντούτοις η μετάφραση αυτή εισήγαγε στοιχεία στην Ελληνιστικη Κοινή και ακόμα κι αν εξαρχής δεν ταυτιζόταν με την καθομιλουμένη, κατέληξε να επηρεάσει την τελευταία πολύ βαθιά.

Τα κείμενα της Νέας ή Καινής Διαθήκης που συντάχθηκαν τα περισσότερα εξαρχής στα ελληνικά, δίνουν στοιχεία για την Ελληνιστικη Κοινή της δικής τους εποχής (1ος αιώνας μ.Χ.) Η γλώσσα είναι αρκετά διαφορετική από της Παλαιάς Διαθήκης γιατί τα ελληνικά της Καινής Διαθήκης είναι πιο καθαρά ελληνιστικά -δεν αποτελούσαν έργο μετάφρασης αλλά συντάχθηκαν εξαρχής στην ελληνική.

Τα ελληνικά των Πατέρων της Εκκλησίας αποτελούν ένα τρίτο τύπο της Ελληνιστικής Κοινής που είναι και πιο κοντά στην καθομιλουμένη της εποχής τους.

Διαφορές με την Αττική διάλεκτο

Οι έξη αιώνες που καλύπτει ουσιαστικά η Ελληνιστική Κοινή δεν μπορεί να μην επηρέασαν τη γλώσσα τόσο στην απαρχή της όσο και στην εξέλιξή της. Οι διαφορές αφορούν στην γραμματική και στη σύνταξη, στη μορφολογία, στο λεξιλόγιο αλλά ασφαλώς και στη φωνολογία -την προφορά που πλέον είχε αλλάξει δραματικά. Αναμφίβολα όμως η Ελληνιστική Κοινή είναι πολύ πιο κατανοητή σε έναν γνώστη της νεοελληνικής σε σύγκριση με τα αρχαία ελληνικά

Οι διαφορές της από την Αττική διάλεκτο είναι αρκετές, αλλά οι ομοιότητές της πολύ περισσότερες. Οι περισσότερες διαφορές αφορούν σε απλοποιήσεις[5]. Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν λιγότερα επίθετα με ανώμαλα παραθετικά,αποφεύγουν επίθετα της τρίτης κλίσης όπως και μονοσύλλαβα ουσιαστικά που έχουν ανώμαλη κλίση. Αποφεύγουν επίσης τα ρήματα εις -μι και πλάθουν ή βρίσκουν και χρησιμοποιούν ρημαντικούς τύπους με την κατάληξη -ω. Επίσης αντικαθίστανται οι καταλήξεις του β΄ αορίστου με τις καταλήξεις του α΄ αορίστου

Στη σύνταξη το “ἴνα” αντικαθιστά μια σειρά από συνδέσμους και απαρέμφατα. Γίνεται ευρύτερη χρήση των υποκοριστικών χωρίς όμως αυτά να έχουν την αρχική υποκοριστική τους έννοια (π.χ. το παιδίον δεν είναι όπως στα αρχαία ελληνικά το μικρό παιδί, αλλά γενικά το παιδί). Επίσης, επηρεασμένη από την αραμαϊκή γλώσσα, η ελληνιστική κοινή χρησιμοποιεί συχνά το “τότε” και τη φράση-κλισέ “καί το δέ”.

Το απαρέμφατο στην Κύπρο και στον Πόντο είχε μακροβιότερη ιστορία, αλλά στην Ελλάδα η χρήση του περιορίζεται δραματικά από την Ελληνιστική Κοινή. Χρησιμοποιείται πλατιά μόνον όταν μαρτυρεί σκοπό και συχνά βρίσκεται εμπρόθετο με γενική. Επίσης περιορίζεται η χρήση της παθητικής φωνής και ο κόσμος προτιμά να χρησιμοποιεί το ενεργητικό ρήμα μαζί με κάποιαν αυτοπαθή αντωνυμία.

Στην Ελληνιστική (τουλάχιστον όπως μαρτυρούν τα εκκλησιαστικά κείμενα) επέδρασαν και οι σημητικοί τύποι σύνταξης ή σχημάτων λόγου ή και λέξεις, όπως π.χ. η λέξη σατανάς. Η λέξη άγγελος αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα επίδρασης, αφού παύει να χρησιμοποιείται τόσο συχνά με την έννοια του αγγελιοφόρου όσο του άγγελου, που είναι μεν αγγελιοφόρος του Θεού, αλλά η λέξη πλέον εννοεί το συγκεκριμένο όν, τον άγγελο, ο δε “διάβολος” παύει να σημαίνει εκείνον που ενσπείρει διαβολές, αλλά τον διάβολο του Ιώβ.

 

Αρχαία ελληνική γλώσσα

Με τον όρο αρχαία ελληνική γλώσσα εννοείται η ελληνική γλώσσα των αρχαϊκών χρόνων και της κλασικής αρχαιότητας. Στο όρο περιλαμβάνεται συνήθως και η μετακλασική εποχή της ελληνιστικής περιόδου. Ωστόσο, οι μεταλλάξεις της γλώσσας κατά την ελληνιστική περίοδο δικαιολογούν μεθοδολογικά την διακριτή θεώρηση της αρχαίας Ελληνικής με τον όρο Ελληνιστική κοινή.

Η μελέτη της ελληνικής γλώσσας μέσα από τις πηγές που επιβιώνουν στην προφορική εκφορά της γλώσσας και τα γραπτά τεκμήρια, μας επιτρέπει να διατρέξουμε την εξελικτική πορεία της γλώσσας, να εντοπίσουμε την ινδοευρωπαϊκή της καταγωγή, τους αρχαϊσμούς, τα προελληνικά δάνεια και να επισημάνουμε την εμφάνισή της κατά τη μυκηναϊκή εποχή. Οι κύριες φάσεις της εξελικτικής πορείας που περιγράφουν την πορεία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας είναι πέντε:

  • § Aρχαϊκή γλώσσα των μυκηναϊκών χρόνων, έτσι όπως καταγράφεται στη συλλαβογράμματη γραφή που οι αρχαιολόγοι ονομάζουν Γραμμική Β΄.
  • § Aρχαία ελληνική γλώσσα με την αλφαβητική γραφή και τις διαλέκτους της
  • § Ελληνιστική κοινή των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων
  • § Μεσαιωνική γλώσσα του βυζαντινού ελληνισμού, κομβικό σημείο μετουσίωσης της ελληνικής κατά τον 15ο αιώνα.

Προϊστορία

Κατά την προϊστορική περίοδο, στα μέσα της εποχής του Χαλκού, χρησιμοποιείται στην Κρήτη η πρώτη γραφή που εντοπίζεται στον ελλαδικό χώρο: η μινωική ιερογλυφική γραφή (20oς -17ος π.Χ. αι.).

Ακολουθεί η Γραμμική Α, η οποία θεωρείται εξέλιξη της ιερογλυφικής, καθώς φαίνεται να χρησιμοποιεί συλλαβογράμματα. Και οι δύο αυτές γραφές δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί, κατά πασα πιθανότητα ομως δεν ειναι Ελληνικές παρα γηγενείς γλώσσες που μιλούσαν οι κάτοικοι της Κρήτης πριν έρθουν οι Έλληνες.

Η Γραμμική Β είναι ένα συλλαβικό σύστημα, που αποδίδει την πρωιμότερη και πιο αρχαϊκή φάση της ελληνικής γλώσσας (15ος – 13ος π.Χ. αι.). Βρίσκεται σε επιγραφές πήλινων πινακίδων, οι οποίες προέρχονται από τα οικονομικά και διοικητικά αρχεία τον μυκηναϊκού κόσμου.

Το ελληνικό αλφάβητο

Από την εποχή που εξαφανίζεται η μυκηναϊκή συλλαβική γραφή (1200 π.Χ.), η αρχαιότερη αποδεδειγμένη ελληνική γραφή, ως τα τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα, οπότε εμφανίζονται οι πρώτες επιγραφές σε αλφάβητο, μεσολαβούν πέντε αιώνες χωρίς σχετικά αρχαιολογικά τεκμήρια.

To ελληνικό αλφάβητο καινοτομεί ως σύστημα γραφής, καθώς εισάγει την πλήρη φωνολογική αντιστοιχία των σημείων του: κάθε γράμμα αντιπροσωπεύει έναν και μόνο φθόγγο, φωνήεν ή σύμφωνο. Έτσι, με 24 γράμματα και με τους δυνατούς συνδυασμούς τους κωδικοποιούνται οι βασικοί φθόγγοι της γλώσσας, που παράγουν συλλαβές και σχηματίζουν λέξεις.

Για το πότε ακριβώς, σε ποιο μέρος και με ποιον τρόπο δημιουργείται το ελληνικό αλφάβητο υπάρχουν πολλές απόψεις. Κατά την απόλυτα κρατούσα γνώμη πρότυπο υπήρξε το φοινικικό, στο οποίο πρόσθεσαν τα φωνήεντα και το οποίο πρέπει να γνώρισαν οι Έλληνες, καθώς ταξίδευαν στα τέλη του 9ου π.Χ. αιώνα στην ανατολική Μεσόγειο. Μέσα στον 7ο π.Χ. αι. όλες οι ελληνικές πόλεις-κράτη έχουν ήδη διαμορφώσει και χρησιμοποιούν η καθεμιά το δικό της αλφάβητο με κατά τόπους ιδιομορφίες.

Οι επιγραφές είναι πάντοτε με κεφαλαία, χωρίς κενά διαστήματα ανάμεσα στις λέξεις, χωρίς σημεία στίξης και χωρίς τόνους. Τα αλφάβητα χωρίζονται σε τρεις κύριες ομάδες: τη Νότια (Κρήτη, Θήρα, Μήλο), την Ανατολική (ακτές Μ. Ασίας, νησιά Ανατολικού Αιγαίου, Μέγαρα, Σικυών, Κόρινθος και αποικίες τους) και τη Δυτική ομάδα (Θεσσαλία, Λοκρίδα, Εύβοια, Αρκαδία,Λακωνία και οι αποικίες τους).

Από τις αρχαϊκές επιγραφές ήδη διαπιστώνεται ο διαλεκτικός κατακερματισμός της αρχαιοελληνικής γλώσσας, ο οποίος οφείλεται στη διαμόρφωση του γεωγραφικού χώρου με τους ορεινούς όγκους και τους περίκλειστους τόπους εγκατάστασης, στη διαδοχική εμφάνιση και διασπορά των ελληνικών φύλων, στην αρχική απομόνωση και στην πολιτική αυτοτέλεια των πρώτων οικιστικών κέντρων.

Οι αρχαίες διάλεκτοι

Οι αρχαίες διάλεκτοι είναι δυνατόν να ταξινομηθούν σε τρείς ενιαίες ομάδες που προσδιορίζονται με γεωγραφικά κριτήρια ως εξής:

Λογοτεχνικά είδη

Οι διάλεκτοι επηρεάζουν καθοριστικά τον αρχαίο ποιητικό και πεζό λόγο, καθώς τα διάφορα λογοτεχνικά είδη καλλιεργούνται στη διάλεκτο εκείνου του ελληνικού φύλου που, λόγω ιδιοσυγκρασίας και κάποιων κοινωνικοοικονομικών παραγόντων, τα δημιούργησε για πρώτη φορά.

Στην Ιωνική καλλιεργείται το έπος, μερικά είδη λυρικής ποίησης (ελεγεία, επίγραμμα, ίαμβος) και ιστοριογραφία) στη Δωρική η χορική ποίηση και αργότερα το ειδύλλιο, στην Αιολική η μελική ποίηση. Στην Αττική το δράμα (τραγωδία και κωμωδία), η ρητορική και η φιλοσοφία.

Ίσως χρειάζεται να εντοπιστεί εδώ το γεγονός ότι οι αρχαίοι ποιητές, ιστορικοί, ρήτορες ή φιλόσοφοι δεν έγραφαν στη μητρική τους γλώσσα, αλλά στη διάλεκτο που χρησιμοποιείτο κατά παράδοση για το λογοτεχνικό είδος που έγραφαν.

Η διάλεκτος που χρησιμοποιείτο στις επιγραφές, είναι επίσημη, επιμελημένη και προσεκτικά διατυπωμένη γλώσσα με κοινά στοιχεία από το προφορικό ιδίωμα όλων των πόλεων-κρατών μιας ευρύτερης περιοχής (Ιωνίας, Πελοποννήσου κ.ά.).

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, η διάλεκτος των λογοτεχνικών κειμένων δεν αποδίδει τον πραγματικό λόγο. Ήταν μια τεχνητή γλώσσα, κατασκευασμένη με κάποια γενικά χαρακτηριστικά των φυσικών, ομιλούμενων διαλέκτων. Ο ποιητής χρησιμοποιούσε συμβατικά βασικά γνωρίσματα, παρμένα από τον κοινό, γραπτό ή προφορικό, διαλεκτικό τύπο της Ιωνικής, της Αιολικής, της Δωρικής, προκειμένου να προσδώσει στη γλώσσα του το αντίστοιχο χρώμα, έτσι όπως του επέβαλλε η παράδοση του λογοτεχνικού είδους που υπηρετούσε.

Από τον 4ο π.Χ. αιώνα παρατηρείται το φαινόμενο της εξάπλωσης της χρήσης της αττικής διαλέκτου, παράλληλα με την αυξανόμενη πολιτική επιρροή της Αθήνας. Η αττική διάλεκτος εντέλει κατόρθωσε να συνδυάσει σε σχετικά υψηλό βαθμό τη φυσικότητα και το δυναμισμό του προφορικού λόγου με την εκφραστικότητα της ποιητικής καλλιέργειας. Το γεγονός ότι αναγνωρίστηκε ως επίσημη γλώσσα των Μακεδόνων βασιλέων, συνετέλεσε αποφασιστικά στην καθιέρωσή της ως βάσης της ελληνιστικής Κοινής.

 

Ελληνιστική κοινή

Με τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου ο ελληνικός κόσμος και ο πολιτισμός του επεκτάθηκαν ως τις Ινδίες. Η Αττική διάλεκτος, που είχε μετατραπεί σε μια κοινή γλώσσα για τις διοικητικές, διπλωματικές, εμπορικές ανάγκες όλων των Ελλήνων επεκτάθηκε, προκειμένου να καλύψει τις ίδιες ανάγκες ενός πολυφυλετικού κράτους με ποικιλία ομιλούμενων γλωσσών. Γενόμενη η ελληνική γλώσσα κοινό κτήμα ενός τεράστιου και πολυποίκιλου πληθυσμού, ήταν φυσικό να αλλοιωθεί η φωνητική της, να απλοποιηθεί η γραμματοσυντακτική μορφή της, να εμπλουτιστεί με νέες λέξεις και νέες σημασίες, δάνειες ή μεταπλασμένες από δικές της αρχαϊκότερες.

Αυτή τη νέα γλωσσική μορφή της ελληνικής, την οποία βλέπουμε εμείς σήμερα να σχηματίζεται και να χρησιμοποιείται μέσα σε ένα διάστημα έξι αιώνων, κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους (3ος π.Χ. αι.- 4ος αι. π.Χ.), την ονομάζουμε ελληνιστική (ή αλεξανδρινή) Κοινή ή απλώς Κοινή.

Η Κοινή χρησιμοποιήθηκε τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό λόγο. Αρχικά υιοθετήθηκε και από τον Χριστιανισμό για τη διάδοση της διδασκαλίας του στις λαϊκές μάζες ως τον 4ο αιώνα. Από τον 1ο π.Χ. αιώνα, ωστόσο, αλεξανδρινοί λόγιοι, γραμματικοί και ρητοροδιδάσκαλοι είχαν αρχίσει να διδάσκουν τη χρήση της αρχαίας αττικής διαλέκτου, που γνώριζαν από τα κείμενα της κλασικής εποχής, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα οδηγηθούν σε μια νέα λογοτεχνική άνθηση.

Οι αττικιστές, όπως ονομάστηκαν αυτοί οι συγγραφείς, με την αδιάλλακτη εναντίωσή τους στη ζωντανή, προφορική γλώσσα και την προσκόλλησή τους στη μίμηση της γραφής του 5ου π.Χ. αιώνα, επηρέασαν τους λόγιους όχι μόνο των πρώτων χριστιανικών αιώνων, αλλά και τον Βυζαντίου, με αποτέλεσμα να

Γραμμική Α

Η Γραμμική Α είναι μια μινωική γραφή που ανακαλύφθηκε στην Κρήτη από τον Άρθουρ Έβανς το 1900. Η γραφή αυτή θεωρείται πρόγονος τηςΓραμμικής Β, η οποία είναι μυκηναϊκή.

Προέλευση

Όπως και η Γραμμική Β, έτσι και η Γραμμική Α είναι αποτυπωμένη κυρίως σε πήλινες πινακίδες. Τέτοιες πινακίδες έχουν βρεθεί στην Κνωσό, στηΦαιστό, στην Αγία Τριάδα, στα Μάλλια, στα Χανιά, στις Αρχάνες κ.α. αλλά και εκτός Κρήτης στη Μήλο, στην Κέα, στα Κύθηρα, στη Θήρα, στη Μίλητο και στην Τροία.

Χρονολογείται πριν την έλευση των Μυκηναίων στην Κρήτη, από το 1800 ως το 1450 π.Χ. περίπου.

Μορφή

Η Γραμμική Α αποτελείται όπως και η Γραμμική Β από συλλαβογράμματα (χαρακτήρες με συγκεκριμένη συλλαβική φωνητική αξία) και ιδεογράμματα (ή λογογράμματα, χαρακτήρες που αντιπροσωπεύουν αντικείμενα). Έχουν βρεθεί περί τα 60-70 συλλαβογράμματα και 60 ιδεογράμματα. Περίπου τα μισά από αυτά είναι κοινά με τους χαρακτήρες της Γραμμικής Β, κάτι που οδήγησε στην εικασία ότι η Α είναι πρόγονός της.

Γλώσσα

Η Γραμμική Α δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της σύγχρονης αρχαιολογίας. Η αποκρυπτογράφησή της θα αποκαλύψει τη γλώσσα και ενδεχομένως και την καταγωγή των Μινωιτών.

Τα ιδεογράμματα μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε με αρκετή ασφάλεια το περιεχόμενο των πινακίδων. Πρόκειται για καταλόγους ανθρώπων και αγαθών.

Η ύπαρξη κοινών χαρακτήρων και κοινών συνδυασμών χαρακτήρων στις δύο Γραμμικές γραφές επιτρέπει την ευρέως αποδεκτή εικασία ότι οι κοινοί χαρακτήρες έχουν την ίδια φωνητική αξία και στις δύο γραφές. Με βάση την αποκρυπτογραφημένη Γραμμική Β έχουν μεταγραφεί τα κείμενα της Γραμμικής Α, αλλά η φωνητική τους απόδοση δεν ανήκει σε καμιά ως τώρα γνωστή γλώσσα. Από την άλλη λείπουν από τη Γραμμική Β χαρακτήρες, οι οποίοι στη Γραμμική Α φαίνεται να είναι σημαντικοί, ενώ η Γραμμική Β χρησιμοποιεί χαρακτήρες από τη μινωική ιερογλυφική γραφή, οι οποίοι δεν υπάρχουν στη Γραμμική Α..

Στο τέλος των απαριθμήσεων εμφανίζεται πάντα η ίδια λέξη, η οποία με βάση τη Γραμμική Β αποδίδεται ως ku-ro ή ku-lo. Εικάζεται ότι σημαίνει “σύνολο”, “άθροισμα”. Ως λέξη όμως δεν μπορεί να ενταχθεί με ασφάλεια σε καμία από τις γνωστές γλώσσες. Έχουν προβληθεί οι διαφορετικές μεταξύ τους εικασίες ότι συγγενεύει με τη σημιτική ρίζα *kul, με την ινδοευρωπαϊκήρίζα *kwol ή με την ετρουσκική λέξη churu, οι οποίες έχουν συγγενή σημασία.

Εικάζεται ότι η γλώσσα των κειμένων της Γραμμικής Α μπορεί να είναι η ετεοκρητική, η οποία επιβίωσε και μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Μυκηναίους και δείγματα της οποίας σώζονται σε μεταγενέστερες επιγραφές γραμμένες με το ελληνικό αλφάβητο. Το συμπέρασμα αυτό δεν γίνεται αποδεκτό από όλους, επειδή υποστηρίζεται ότι στην Κρήτη την εποχή εκέινη μπορεί να υπήρχαν πάνω από μία μη ελληνικές γλώσσες. Η μη ελληνικότητα της γλώσσας της Γραμμικής Α ενισχύεται πάντως από το γεγονός ότι η εξέλιξή της, η Γραμμική Β, δεν αποδίδει την ελληνική γλώσσα με ακρίβεια. Με βάση αυτό το γεγονός θεωρούν αρκετοί ότι η Γραμμική Α ταίριαζε καλύτερα στη γλώσσα, για την οποία ήταν προορισμένη, ενώ η Γραμμική Β, παίρνοντας τις φωνητικές αξίες της, μόνο μερικώς μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ελληνική γραφή, γι’ αυτό και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε.

Γραμμική Β

Η Γραμμική Β είναι η πρώτη γραφή της ελληνικής γλώσσας, μεταγενέστερη μορφή της Γραμμικής Α, και χρησιμοποιήθηκε στη Μυκηναϊκή Περίοδο, από το 17ο ως τον 13ο αι. π.Χ., κυρίως για την τήρηση λογιστικών αρχείων στα ανάκτορα.

Εύρεση

Ανακαλύφθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα στην Κνωσό από τον Άρθουρ Έβανς, που την ονόμασε έτσι επειδή χρησιμοποιούσε γραμμικούς χαρακτήρες (και όχι εικονιστικούς, όπως ημινωική ιερογλυφική γραφή) χαραγμένους σε πήλινες πινακίδες. Διέφερε όμως από μια πρωϊμότερη παρόμοια γραφή, τη Γραμμική Α, που βρέθηκε επίσης στην Κνωσό και στη νότια Κρήτη. Πήλινες πινακίδες με Γραμμική Β γραφή βρέθηκαν αργότερα στο μυκηναϊκό ανάκτορο της Πύλου στη Μεσσηνία και σε άλλες θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Συνολικά έχουν βρεθεί περί τα 5.000 κείμενα σε Γραμμική Β (κυρίως πινακίδες και δευτερευόντως αγγεία). Από αυτά γύρω στα 3.000 προέρχονται από την Κνωσό, γύρω στα 1.400 από την Πύλο, γύρω στα 300 από τη Θήβα, 90 από τις Μυκήνες ενώ μικρότερος αριθμός προέρχεται από τα Χανιά, τα Μάλια, την Τίρυνθα, την Ελευσίνα, τον Ορχομενό και αλλού.

Αμφισβητούμενη είναι η χρονολόγηση των κειμένων. Τα αρχαιότερα κείμενα προέρχονται από την Κνωσό και ανήκουν στην Υστερομινωική ΙΙ περίοδο (περί τα 1400 π.Χ.). Τα υπόλοιπα κείμενα από την Κνωσό είναι κατά την κρατούσα γνώμη από το 1370 π.Χ. πριν την καταστροφή του μυκηναϊκού ανακτόρου. Υποστηρίζεται όμως και η άποψη ότι είναι κατά έναν αιώνα νεώτερα. Τα υπόλοιπα κείμενα χρονολογούνται από τον 13ο αιώνα π.Χ.

Με βάση τον γραφικό χαρακτήρα των γραφέων οι αρχαιολόγοι υποθέτουν ότι τις πινακίδες της Κνωσού τις έγραψαν τουλάχιστον 60 διαφορετικοί γραφείς, ενώ αυτές της Πύλου τουλάχιστον 30.

Αποκρυπτογράφηση

Η Γραμμική Β αρχικά δεν ταυτίστηκε με καμία γλώσσα, θεωρούμενη από τον Έβανς ότι αναπαριστούσε μια ξεχωριστή γλώσσα που ονόμαζε “Μινωϊκή“, ενώ ήταν σχεδόν απόλυτα πεπεισμένος ότι ήταν αδύνατο να ήταν ελληνική.

Πολύ αργότερα από την ανακάλυψη των πινακίδων και μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες αρχαιολόγων και γλωσσολόγων, αποκρυπτογραφήθηκε το 1952 από το νεαρό αρχιτέκτονα Μάικλ Βέντρις (M. Ventris). Ο Βέντρις ζήτησε τη βοήθεια του κλασικού φιλολόγου Τζων Τσάντγουικ (J. Chadwick) και μαζί δημοσίευσαν ένα ιστορικό άρθρο στο Journal of Hellenic Studies [1]. Εκεί ερμήνευαν με σιγουριά 65 από τα 88 τότε γνωστά σύμβολά της, διατύπωναν τους βασικούς κανόνες ορθογραφίας της και έφερναν στο φως μια αρχαϊκή ελληνική διάλεκτο πέντε αιώνες παλαιότερη από τα Ελληνικά του Ομήρου.

Η Γραμμική Β περιλαμβάνει 89 συλλαβογράμματα, που αναπαριστούν συλλαβές με φωνητική αξία και περί τα 260 ιδεογράμματα (ή λογογράμματα), που αποδίδουν έννοιες όπως άνδρας, γυναίκα, αγελάδα, λάδι, κρασί κλπ. και σύμβολα για την απόδοση αριθμών. Αν και τα κείμενά της είναι στην πλειοψηφία τους λίστες εφοδίων που μπαίνουν, βγαίνουν ή είναι αποθηκευμένα στα ανάκτορα και τηλεγραφικές επιγραφές εμπορευμάτων, η αξία τους ως πρωτογενείς πηγές για την οικονομία, το εμπόριο, τη θρησκεία, την κοινωνική διαστρωμάτωση και τη διοικητική οργάνωση της μυκηναϊκής Ελλάδας είναι τεράστια. Ως σήμερα έχει αποκρυπτογραφηθεί το 87% των κειμένων.

Αρκετές προσπάθειες έχουν γίνει μέχρι σήμερα, για να ερμηνευθούν και τα υπόλοιπα 17 περίπου σύμβολα των οποίων δεν είναι γνωστή η συλλαβική τους αξία. Ένας νεώτερος έλληνας ερευνητής, ο Δημήτριος Μακρυγιάννης, προτείνει μία νέα θεωρία, βάσει της οποίας επιτυγχάνεται η ολοκλήρωση της αποκρυπτογράφησης της Γραμμικής Β. [1] Η θεωρία αυτή βασίζεται στην παρατήρηση ότι τα σχήματα των συμβόλων (συλλαβικών σημείων και ιδεογραμμάτων) δεν είναι τυχαία, αλλά παριστάνουν με στοιχειώδη τρόπο διάφορα αντικείμενα ή έννοιες. Καταλήγει δε στο συμπέρασμα, το οποίο αποτελεί και τη βασική αρχή της, ότι:

Η συλλαβική αξία του κάθε συμβόλου ισοδυναμεί με την αρχική συλλαβή του ονόματος του αντικειμένου ή της εννοίας που παριστάνει.

Το όνομα αυτό αποκαλείται βασική λέξη για την ερμηνεία του συμβόλου αυτού. Στον κατωτέρω πίνακα εκτίθενται μερικά παραδείγματα με τις ερμηνείες γνωστών συμβόλων της Γραμμικής Β.

Εφαρμόζοντας, λοιπόν, την παραπάνω βασική αρχή και για τα ανερμήνευτα σύμβολα, σε συνδυασμό με τις κενές θέσεις στο Συλλαβάριο, κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί η ολοκλήρωση της αποκρυπτογραφήσεως. Στον κατωτέρω πίνακα εκτίθενται μερικά παραδείγματα από την ερμηνεία αγνώστων μέχρι τώρα συμβόλων:

Με τη θεωρία αυτή, αφ’ ενός συμπληρώθηκαν όλες οι κενές θέσεις του Συλλαβαρίου της Γραμμικής γραφής Β, και αφ’ ετέρου ανεκαλύφθησαν σ’ αυτό δύο νέες σειρές (πεντάδες) συλλαβογραμμάτων, με αρχικά σύμφωνα τα b- και g-. (Τα σύμβολα αυτά τοποθετούνται σε εντονώτερο πλαίσιο). Έτσι η ολοκληρωμένη μορφή του είναι η ακόλουθη:

Με τη θεωρία αυτή προέκυψαν και αρκετά συμπεράσματα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σημείο 62 , το οποίο παριστάνει το δεύτερο σε σημασία θρησκευτικό σύμβολο των Μινωιτών (μετά τον διπλό πέλεκυ). Όταν ο A. Evans ανακάλυψε τα αντικείμενα αυτά στο ανάκτορο της Κνωσού, τα ονόμασε «ιερά κέρατα» και η ονομασία αυτή έχει επικρατήσει γενικά, έστω και αν δεν μοιάζουν πολύ με κέρατα. Για το σημείο αυτό ο M. Ventris διαπίστωσε ότι έχει την συλλαβική αξία pte. Βάσει της νέας θεωρίας, όμως, πρέπει και το όνομα αυτών των αντικειμένων να αρχίζει από την συλλαβή πτε–. Έτσι οδηγούμαστε στη λέξη πτερά ή πτέρυγες (=wings). Άρα δεν παριστάνουν κέρατα, αλλά τις δύο υψωμένες πτέρυγες ενός πτηνού. Συνεπώς βάσει αυτής της θεωρίας, δεν πρέπει να αποκαλούνται «ιερά κέρατα», αλλά «ιερές πτέρυγες». Ο συμβολισμός τους δε, αναφέρεται στην πνευματική ανύψωση του ανθρώπου προς τον Ουράνιο κόσμο.

Γλώσσα

Μυκηναϊκή Ελληνική

Οι πινακίδες της Γραμμικής Β μας δίνουν πληροφορίες για τη γλώσσα της εποχής. Είναι τα πρώτα γραπτά μνημεία ελληνικής γλώσσας. Πάντως η έλλειψη διαφοροποιήσεων στη γλώσσα μεταξύ των πινακίδων διαφορετικών εποχών και περιοχών (Κρήτης, Πύλου, Μυκηνών, Θήβας) οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η γλώσσα των πινακίδων δεν είναι απαραίτητα και η ομιλούμενη γλώσσα του λαού, η οποία λογικά θα παρουσίαζε τοπικές ιδιαιτερότητες. Μάλλον πρόκειται για μια “ανακτορική” γλώσσα, γλώσσα των γραφέων των μυκηναϊκών ανακτόρων, η οποία κατά πάσα πιθανότητα έχει αποκλίσεις από την καθημερινή γλώσσα. Παρ’ όλα αυτά παραμένει πολύτιμος μάρτυρας της ιστορίας της Ελληνικής γλώσσας.

Έτσι βλέπουμε αρχαϊσμούς όπως[2]:

  1. διατήρηση των χειλοϋπερωικών φθόγγων (kw, gw), οι οποίοι αποδίδονται με q: qa-si-re-u = βασιλεύς, qo-u = βους, qe = τε
  2. διατήρηση του δίγαμμα (F): wa-na-ka = Fάναξ
  3. διατήρηση της οργανικής πτώσης -pi (-φι): te-u-ke-pi = τεύχεσφι
  4. διατήρηση γενικής ενικού σε –οιο: te-o-jo = θεοιο
  5. διατήρηση της τοπικής πτώσης (-ει) ως δοτικής: po-de = ποδεί

Από την άλλη βλέπουμε νεωτερισμούς, οι οποίοι δεν έχουν λάβει χώρα σε μεταγενέστερες διαλέκτους από τις οποίες έχουμε δείγματα γραφής, όπως η συριστικοποίηση του -τ-: e-ko-si = *έχοντι>*έχονσι>έχουσι. Η εξέλιξη αυτή δεν υπάρχει σε μεταγενέστερα κείμενα άλλων διαλέκτων όπως της δωρικής, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι την εποχή της Γραμμικής Β υπήρχε τουλάχιστον και άλλη μία ελληνική διάλεκτος πλην της μυκηναϊκής

Κανόνες γραφής

Ο συλλαβικός χαρακτήρας της Γραμμικής Β, ιδίως το γεγονός ότι αναγράφει μόνο φωνηεντικές συλλαβές ή αποτελούμενες από σύμφωνο + φωνήεν, δυσκολεύει την ανάγνωση των λέξεων, αφού οι συλλαβές μπορούν να αναγνωστούν με διαφορετικούς τρόπους. Από το γεγονός ότι η Γραμμική Β δεν αποδίδει τα ελληνικά με ακρίβεια συμπεραίνουν αρκετοί ότι η γραφή από την οποία προέρχεται (η Γραμμική Α) δεν είχε φτιαχτεί ως γραφή της ελληνικής, αλλά ενδεχομένως μιας άλλης άγνωστης γλώσσας, στην οποία ταίριαζε καλύτερα. Εικάζεται επίσης ότι λόγω αυτής της δυσχερούς απόδοσης των ελληνικών η Γραμμική Β στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε. Κάποιοι κανόνες γραφής της Γραμμικής Β είναι οι εξής:

  • Η έκταση των φωνηέντων δεν διευκρινίζεται. Έτσι δεν υπάρχει γραπτή διάκριση μεταξύ ο και ω (π.χ. στη λέξη ko-no-so: Κνωσός) ή ε και η.
  • Δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ λ και ρ.
  • Η γραφή δεν αποδίδει τη διάκριση μεταξύ ηχηρών, αήχων και δασυνομένων κλειστώνσυμφώνων (τα κα/χα/γα γράφονται ως ka και τα πα/φα/βα ως pa). Μόνο για το ηχηρό οδοντικόδυπάρχει ειδικό συλλαβόγραμμα. Έτσι, το δα γράφεται da ενώ τα τα/θα ta.
  • Οι οπίσθιες δίφθογγοιαυ, ευ (που λήγουν σε ) αποδίδονται με ένα συλλαβόγραμμα και το u. Μόνο για την αρχική δίφθογγο Αυ- υπάρχει ιδιαίτερο συλλαβόγραμμα.
  • Στις πρόσθιες διφθόγγους (που λήγουν σε ) το i εκπίπτει στη γραφή. Έτσι η συλλαβή φαι γράφεται pa. Ειδικά όμως, το τοπωνύμιο Φαιστός έχει βρεθεί να αποδίδεται (παρά τον κανόνα) και ως pa-i-to. Στην αρχή της λέξης το αι μπορεί να γράφεται είτε a είτε με ειδικό συλλαβόγραμμα.
  • Αν μετά τα φωνήεντα υ και ι ακολουθεί άλλο φωνήεν, τότε τίθεται ανάμεσά τους ημίφωνο (F) w ή j. Το ίδιο ισχύει και για διφθόγγους που λήγουν σε u και i, παρ’ όλο που το i στη δεύτερη περίπτωση δεν γράφεται (λ.χ. ra-jo: λαιός, ku-wa: *κόρFα > κόρη/κούρη).
  • Διπλά όμοια σύμφωνα γράφονται ως απλά (το σσογράφεται so).
  • Συμφωνικά συμπλέγματα, των οποίων το πρώτο μέρος είναι κλειστό σύμφωνο, αναλύονται σε δύο συλλαβές με το ίδιο φωνήεν ως συνοδίτη φθόγγο (το κνω/κνο γράφεται ko-no).
  • Συμπλέγματα από διαρκές + κλειστό σύμφωνο βραχύνονται ως προς τη γραφή σε μία συλλαβή, απαλείφοντας το διαρκές (το στο γράφεται to).
  • Στα συμπλέγματα από δύο διαρκή σύμφωνα γράφονται κατά κανόνα και τα δύο σύμφωνα (το μνι γράφεται mi-ni). Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις, όπου το πρώτο σύμφωνο δεν γράφεται. Η εξαίρεση έχει συστηματικό χαρακτήρα όταν το δεύτερο σύμφωνο είναι το σ, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις εξαιρέσεων για τις οποίες δεν μπορεί να διατυπωθεί κανόνας.
  • Τα σύμφωνα στο τέλος της λέξης παραλείπονται. Στις σπάνιες περιπτώσεις που μια λέξη λήγει σε -qs, -ps ή -ks, το κλειστό σύμφωνο αντικαθίσταται στη γραφή από το φωνήεν της προτελευταίας συλλαβής: η κατάληξη qs γράφεται με το φωνήεν της προηγούμενης συλλαβής ως qo.

Το συλλαβάριο

Αποκρυπτογραφημένα σύμβολα τύπου V και CV[nb 1]

 

-a

-e

-i

-o

-u