Το Λιβάδι που Δακρύζει

Addthis

Το Λιβάδι που Δακρύζει

 

Σκηνοθεσία: Θόδωρος Αγγελόπουλος
Πρωταγωνιστούν: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Νίκος Πουρσανίδης, Εύα Κοταμανίδου, Γιώργος Αρμένης, Βασίλης Κολοβός, Τούλα Σταθοπούλου, Μιχάλης Γιαννάτος, Θάλεια Αργυρίου, Γρηγόρης Ευαγγελάτος


“Το Λιβάδι που Δακρύζει” είναι η πρώτη ταινία της “Τριλογίας” του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Το 1919, ο κόκκινος Στρατός μπαίνει στην Οδησσό και οι Έλληνες τη πόλης αναζητούν διέξοδο στη μητέρα πατρίδα. Όταν φτάνουν στην Ελλάδα τους παραχωρείται μία περιοχή κοντά στη Θεσσαλονίκη, όπου βρίσκεται ανάμεσα σε μία αρχαία κολώνα και το νερό. Ο Αλέξης είναι ο γιός του άρχοντα του χωριού και μεγαλώνει μαζί με την Ελένη, την οποία έσωσε η οικογένειά του κατά την αποχώρηση από την Οδησσό. Όταν η μάνα του Αλέξη πεθαίνει , ο πατέρα του προορίζει την Ελένη για μελλοντική του σύζυγο. Ο γάμος δεν θα γίνει ποτέ γιατί ο Αλέξης την κλέβει. Ο πατέρας του συνεχίζει να τους καταδιώκει, όπως και οι δυστυχίες της ζωής.
Το Λιβάδι που Δακρύζει είναι μία ταινία που απευθύνεται σε ειδικό κοινό. Δεν λέω ότι ανήκω σε αυτό, αλλά δεν είναι κακό να ανοίγει ο κινηματογραφικός ορίζοντας του καθενός. Βασιζόμενος στο αργό πλάνο και στη δύναμη της αφήγησης, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος θέλει να βάλει τον θεατή στη διαδικασία της σκέψης και της φαντασίας. Ουσιαστικά σε ορισμένες περιπτώσεις δεν μιλάμε για ταινία, αλλά για αφήγηση. Οι ήρωες πάντα κατατρεγμένοι και δυστυχισμένοι δεν μπορούν να στεριώσουν σε τόπο. Μετανάστες από την Οδησσό, μετανάστες και μέσα στην Ελλάδα και από την Ελλάδα στην Αμερική. Ο χώρος και ο χρόνος είναι διαρκώς μεταβαλλόμενος. Βασιζόμενος στην τακτική που χρησιμοποίησε στον «Θίασο», ο Αγγελόπουλος στο κέντρο βάζει τώρα ένα ζευγάρι και όχι μία ομάδα ηθοποιών. Όμως το καλλιτεχνικό σημείο δεν λείπει από εδώ, αφού ο πρωταγωνιστής είναι μουσικός που περιοδεύει για να βγάλει το ψωμί του.
Κατά τη γνώμη μου η ταινία αναλώνεται σημαντικά στο πρώτο μέρος και στο δεύτερο ξεδιπλώνει τις πραγματικές της αρετές. Η νωθρή και έναρξη δίνει τη θέση της σε μία εκφραστική συνέχεια. Πανέμορφη η σκηνή με τα απλωμένα σεντόνια, όπου καλύπτουν τους μουσικούς που παίζουν δειλά δειλά. Οι μουσικοί εκφράζουν κατά τη γνώμη μου τις δημοκρατικές φωνές που ακούγονται αλλά κανείς δεν βλέπει τον εκφραστή τους. Στο τέλος όπως οι μουσικοί στη σκηνή συγκεντρώνονται έξω από τα σεντόνια και παίζουν δυνατά και ελεύθερα, έτσι και οι φωνές ενώνονται για να εκφραστούν πραγματικά. Λίγο πιο μετά ο αρχιβιολιστής ξεπροβάλει από τα σεντόνια ματωμένος από τις δυνάμεις καταστολής. Βγαίνει από την αφάνεια για να κατασταθεί παράδειγμα για το λαό.
Η κορύφωση του δράματος είναι η απώλεια του εμφυλίου. Η μάνα αφού φυλακίστηκε από Γερμανούς και Έλληνες αποφυλακίζεται για να ζήσει τη μεγαλύτερη πίκρα. Ακόμα και τη στιγμή του θρήνου του παιδιού της δεν μπορεί να ζήσει αφού τους χωρίζει το νερό. Σε ένα παραλήρημα παραπόνου ψιθυρίζει «Αλλάζουν οι στολές. Πόσο κάνει σφαίρα; Πόσο κάνει το αίμα; Όλες οι στολές ίδιες». Εξόριστη από παντού και μόνη πρέπει να συνεχίσει τη ζωή της σε μια χώρα διαιρεμένη.
Η φλυαρία του πρώτου μέρους σκονίζει μία ταινία με πολλές δυνατότητες που εκτείνεται χρονικά από το 1919 μέχρι το 1945. Σίγουρα δεν φτάνει το επίπεδο του «Θιάσου», όπου κατά τη γνώμη μου είναι αψεγάδιαστο. Καταπληκτικά σκηνικά, όπου το νερό περισσεύει και κυριαρχεί. Άλλωστε το δάκρυ είναι υγρό.

La sorgente del fiume

di Theo Angelopoulos

drammatico, Italia/Grecia/Francia (2003)

 di Marco Conte

Ambientato nel 1921, quando l'invasione dell'Armata Rossa provocò l'esodo di tutti gli stranieri, La sorgente del fiume è la storia infelice di Heleni ed Alexis, due ragazzi greci, alle prese con le avversità di quegli anni. Questo film è il primo atto di una trilogia che ripercorrerà la storia greca del 1900. Theo Angelopoulos colpisce nei punti più nascosti dell' inconscio, creando una sorta di drenaggio spirituale, devoto al più seducente cocktail di percezioni leggere quali la malinconia, l'allegria, il fastidio, il ritmo. La precisione formale di scene stupende come quella del ballo è esemplare. I colori, la simmetria, la casualità e la musica rendono scene di quel tipo prigioniere del nostro cuore; rimangono sospese fuori dal film e si conservano nel tempo. L'eccezionale musica di Eleni Karaindrou, ormai icona dei film di Angelopoulos, si salda incredibilmente bene a tutto il racconto. L'affascinante ritmo che risiede in queste ballate sembra non finire mai e finire subito alla stessa maniera. Il tempo di scena, palesemente relativo, è come la durata di una manciata di note della Karaindrou: un secondo, un minuto, un'ora, un giorno. 

Il sentimento che lega Heleni al marito e ai suoi due figli è l'archetipo dell'amore, quello più radicale, quello senza se e senza ma. Parallelamente all'intreccio, è proprio questo sentimento della protagonista che viene innaffiato; germoglia e cresce, mutando in lei miriadi di reazioni, sempre tristi e anguste. Sono i suoi lamenti, i suoi respiri e le sue esasperate grida che ci torturano e graffiano i nostri organi più sensibili facendoli sanguinare, pian piano, un po' alla volta. La sorgente del fiume, quella che Heleni e Alexis si erano ripromessi, fin da piccoli di visitare. Quella che ormai non è più tempo di visitare, perché troppo tardi, perché la vita va vissuta subito, al momento, senza esitare. La sua purezza, quella bianca come le lenzuola stese sulla collina, viene sporcata come le stesse lenzuola dal rosso di sangue umano.


Il film di Angelopoulos riesce magnificamente nell'intento di amalgamare alla perfezione sogno e realtà, musica e immagini, sentimento ed espressione. La maturità formale, la leggerezza paradossale e la sua esemplare sincerità denotano una buona capacità di fare del buon cinema.